Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Επί της αρχής

[...] Σήμερα είναι προφανές ότι ο χαρακτήρας των τελευταίων δεκαετιών ήταν η εκρίζωση, αυτή η ειδεχθής αιτία της καταδίκης του ανθρώπου στο θόρυβο της ιστορίας. Αν η εξέγερση των μαζών αρχικά ταυτίστηκε με τη μυθική επέκταση της ανθρώπινης ύπαρξης, η τεχνολογία και οι νέες μορφές οικονομικής ισχύος, μετέτρεψαν τη μαζική δημοκρατία σε μία παγίδα που διά της κατανάλωσης αναπότρεπτα θα οδηγούσε στην πνευματική απίσχνανση, την τόσο απαραίτητη για να αναιρεθούν οι κοινωνικές κατακτήσεις του περασμένου αιώνα, όλα όσα η ιδιωτεία παραχώρησε από φόβο μπροστά στον επελαύνοντα κολλεκτιβισμό.

Σ’ έναν κόσμο όπου η καταστροφή ντύνεται ως αναδημιουργία, ο τρόμος ενώπιον του στοχασμού βαφτίζεται φιλοσοφία, η κοινοποίηση της ζωικής αδυναμίας λογοτεχνία, η πλανητικών διαστάσεων κοινοτοπία της σκέψης, της ομιλίας, της γραφής, με όχημα τον ολοκληρωτισμό της δημοσιότητας, γεννάει εν τέλει ένα καθεστώς παγκόσμιας δημοσιογραφίας όπου όλοι γράφουν, χωρίς έγνοια για το ιδιαίτερο γεγονός της γλώσσας, όπως θεωρούν ότι συμμετέχουν στη διακυβέρνηση επειδή ψηφίζουν. Η τέχνη, εξαντλημένη πια, δεν προσφέρει ούτε ηχομόνωση ούτε παραμυθία.

[…] Τώρα ο θόρυβος είναι αδιάκοπος, τόσο που δεν τον αντιλαμβάνεται κανένας πλέον. Η αθέατη απερήμωση αποδεικνύεται πολύ πιο εκτεταμένη από τις ορατές μεγάλες ιστορικές καταστροφές του παρελθόντος και ο νεωτερικός κόσμος γκρεμίζεται με θόρυβο, μετατρέπεται σε μια γιγαντιαία «πορνεία εν θορύβω», όπως θα σημείωνε κι ο Μ. Χάιντεγκερ. Και δεν είναι μόνο ο θόρυβος των μηχανών. Ο χειρότερος είναι ο θόρυβος των λέξεων, μια τεχνητή συγκόλληση, ένα κολάζ ιδεών και γεγονότων, όπου κάθε ομιλία και κάθε γραφή γίνεται θόρυβος. Αυτό το φαινόμενο είναι η τρανή απόδειξη της παρακμής. Και στην παρακμή, κάθε κοινοποίηση, κάθε ύβρις μα και κάθε εύφημος μνεία κινδυνεύει να αποβεί θορυβώδης ενίσχυση του ανούσιου.

Αν λοιπόν πράγματι επιθυμούμε μια διέξοδο, αυτή δεν θα γίνει δυνατή αν δεν κατανοήσουμε πως ο κόσμος μας, είναι προϊόν συγκάλυψης, είναι προϊόν ενός σκοτεινού τεχνάσθαι, μιας πληθωριστικής μα κατά βάθος μονιστικής παραγωγής εικόνων, κοσμοαντιλήψεων και τρόπων ζωής. Όταν κάθε ερώτηση είναι μία ακόμη ηδονή, κάθε απάντηση είναι μοιραία και μία ακόμη απώλεια. Ποιος ευθύνεται για τον εκτοπισμό στην ένδεια των απαντήσεων; Ποιος μας εκτοπίζει από την αυθεντική ιστορία του Είναι; [...] Κανείς θεσμός, αξία, έννοια της νεωτερικότητας δεν οδηγεί στην αλήθεια του Είναι. Και εκτός του Είναι ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα κτήνος που κατασκευάζει αξίες, που μεττρέπει την ουσία σε μετρήσιμο μέγεθος και παραδίδει όλη του τη ζωή στον υπολογισμό. Η τέχνη ως χόμπυ, οι ασχολίες χωρίς να συνδεόμαστε με τρόπο ουσιώδη με τα πράγματα για τα οποία ενδιαφερόμαστε, είναι απλώς μορφές προπαγάνδας. Αποφασιστικό και όχι "ενδιαφέρον"πρέπει να είναι το έργο τέχνης. 

Πώς θα φτάσουμε σ'αυτή την αποφασιστικότητα; Μόνο ένας τρόπος υπάρχει. [...] Να ξαναβρούμε τη λησμονημένη μα θεμελιώδη σχέση ανάμεσα στη λέξη, την αλήθεια και το Είναι. Γιατί κάτω από τη δικτατορία της τεχνικής, μία στέγη μόνο υπάρχει για την ουσία μας, η γλώσσα μας. Μόνο υπό τη σκέπη της μπορούμε να χτίσουμε και άρα να να σώσουμε το κατοικείν του μέλλοντός μας. [...]

Κώστας Χατζηαντωνίου


Σημ.: Απόσπασμα από το editorial του περιοδικού Το κοράλλι, τεύχος 11, Οκτ.-Δεκ. 2016.

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια: το πένθος ως απαρχή της ίασης. α' μέρος



Καράβι βγαίνει από τη γη, κι από τον κάτου κόσμο
φέρνει στην πρύμη γέροντες, στην πλώρη παλληκάρια,
κι απάνου στην κουβέρταν του, ούλο μικρά παιδάκια
Τρέχουν οι μάνες για παιδιά, κ’ οι αδερφές γι’ αδέρφια
Τρέχουν κ’ οι κακορρίζικες για τους νοικοκυραίους.
Μα φύσιξε κακός καιρός, κ’ έφυγε το καράβι
Μείναν οι μάνες σκούζοντα, οι αδερφές βρουχιώντα,
Μείναν κ’ οι κακορρίζικες τα χέρια σταυρωμένα.[1]
                                               
                                                                                                Τριφυλλία. ΔΙΕ Β’ 142, 6.

Λίγα πράγματα μπορεί να διαβάσει κανείς και να φέρουν στον κόσμο του τα πάνω κάτω όπως αυτό το κείμενο. Μοιρολόγι από τα αγαπημένα μου, και όχι τυχαία: είναι προφανές ότι μιλάει για την φρίκη και την καταστροφή που φέρνει ο θάνατος χωρίς να τον αναφέρει ούτε μια φορά. Ο λόγος που το διάλεξα για να ξεκινήσω την σημερινή ανάρτηση, το πρώτο μέρος της τουλάχιστον, είναι για την απόλυτη βιαιότητα της εικόνας. Η αλήθεια είναι ότι αν κανείς διαβάσει προσεκτικά τι ακριβώς λέει το κείμενο, θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια σκηνή οριακά αποτρόπαιη. Η βασική αιτία που άρχισα να ασχολούμαι με τα δημοτικά τραγούδια τόσα χρόνια πριν είναι η καταλυτική σαφήνεια του λόγου: όλα ξεκάθαρα, εκτεθειμένα εδώ μπροστά μας. Ούτε σκοτεινοί και δυσανάγνωστοι συμβολισμοί, ούτε εκφραστικά τερτίπια στο όνομα ποιος ξέρει ποιου περίπλοκου νοήματος, ούτε αχρείαστες υπερβολές στις έννοιες. Τα πράγματα είναι απλά, η αφήγηση ευθεία και χωρίς περιστροφές, το αποτέλεσμα κατευθείαν στον στόχο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένας καθαρός εφιάλτης. 

Το συγκεκριμένο τραγούδι στηρίζει όλη του την αφηγηματική δύναμη στην εικόνα. Μια ωμή εικόνα σχεδόν όπως σε θρίλερ, που αναγκάζει την μοιρολογίστρα αλλά κυρίως τους άμεσα εμπλεκόμενους να δουν την πραγματικότητα θέλοντας και μη. Γιατί συχνά το πρόβλημα είναι ότι δεν θέλουν. Ή ότι νομίζουν πως δεν μπορούν.

Όσο παράλογη και αν είναι η οντότητα του θανάτου στα δημοτικά τραγούδια που είναι, κανείς δεν διαφωνεί επ’ αυτού, είναι απαραίτητο να ενταχθεί στο πλαίσιο της επιβίωσης και της συνέχισης της κοινωνικής ομάδας, διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει η ζωτική εξασφάλιση της πορείας μέσα στο χρόνο. Έτσι λοιπόν επανερχόμαστε στην λειτουργία και τις ιδιότητες της εικόνας ως μέσου επικοινωνίας στον προφορικό λόγο: καταρχάς για να λειτουργήσει αποτελεσματικά (και άμεσα, γιατί η διαδικασία του πένθους όσο πιο γρήγορα αρχίσει, τόσο πιο σύντομα η κοινωνία θα επανακτήσει την σταθερότητά της) δεν πρέπει να είναι ακριβώς “ρεαλιστική”, χρειάζεται ένα ισχυρό μυθολογικό στοιχείο. Δηλαδή: ξεκινώντας μια προσέγγιση σε υπερθετικό βαθμό, η πραγματικότητα στην οποία καταλήγουν οι εναπομείναντες φαντάζει ελάχιστα καλύτερη και αυτό είναι ήδη μια πρώτη νίκη. Μια νίκη πάνω στην επίδραση που έχει ο θάνατος πάνω στην κοινωνική ομάδα. 

Κατά δεύτερο λόγο εμφανίζονται και ξεδιπλώνονται σε όλη τους την έκταση τα συνήθη κλισέ: από την μία μεριά υπάρχουν τα “απτά” στοιχεία που μπορούν να αποδοθούν φωτογραφικά όπως τα φίδια (κατεξοχήν χθόνιο στοιχείο σε πολλές μυθολογίες πέραν της δικής μας) και το σκοτάδι (ο ήλιος που δεν φτάνει ποτέ στον κάτω κόσμο αλλά και τα κεριά σε άλλες περιπτώσεις) και από την άλλη τα άυλα όπως η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η λησμονιά. Ο διάλογος είναι ένα βασικό στοιχείο με θεμελιώδη ρόλο τόσο στην πλοκή όσο και στην συγκινησιακή φόρτιση, που εισέρχεται τις περισσότερες φορές ως ενίσχυση της δύναμης της εικόνας. 

Κρις Λιβανίου


[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια., εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 208.

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

“Aurora” του Βλαδίμηρου Νικολούζου

H Aurora, η πρώτη ποιητική συλλογή του σκηνοθέτη Βλαδίμηρου Νικολούζου είναι ένα βιβλίο που δείχνει, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, πώς μπορεί η ποίηση να μετατραπεί σε έναν πληθωρικό καταρράκτη. Το κάνει αυτό, παραθέτοντας μακροσκελή, αφηγηματικά ποιήματα που εναλλάσσονται με δομή και ειρμό, σα να ήταν το σενάριο ταινίας ή το κείμενο θεατρικού έργου – δεν είναι άλλωστε τυχαίο που η Aurora δάνεισε ποιήματα στο ομώνυμο θεατρικό έργο που ανέβηκε στο θέατρο «Ροές» στις αρχές του 2017.

Μολονότι τιτλοφορείται Aurora, η Aurora (ένας θηλυκός δαίμων που ξυπνούν οι θεοί προκειμένου να εκπληρώσει το πεπρωμένο της, τη μεταφορά δηλαδή του κόσμου από το σκοτάδι της νύχτας στο φως της ημέρας) δεν είναι η πρωταγωνίστρια της συλλογής – κι ας της αφιερώνεται το πιο μακροσκελές και εμβληματικό ποίημα. Ούτε η Λίλιθ, στην οποία αφιερώνεται το δεύτερο μακροσκελέστερο ποίημα, είναι η πρωταγωνίστρια (σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις, η Λίλιθ ήταν η πρωτόπλαστη γυναίκα, πριν ακόμη και από την Εύα, η οποία διάλεξε να εγκαταλείψει τον κήπο της Εδέμ αντί να υποταχθεί στον Αδάμ και μετατράπηκε επίσης σε δαίμονα).

Πρωταγωνίστρια λοιπόν δεν είναι καμία από τις δύο γυναικείες μορφές που θα μπορούσαν να αξιώνουν τον τίτλο. Πρωταγωνιστής είναι ένα ποιητικό υποκείμενο, άλλο, αρσενικού γένους, που παρατηρεί την ιστορία να εκτυλίσσεται, αναρωτιέται κι αναστοχάζεται, ενώ συχνά διακατέχεται από εξομολογητική διάθεση. Πρόκειται για κάποιον που ταλανίζεται από τη μοναξιά και την επίγνωση της πεπερασμένης του φύσης, έναν άνθρωπο αντιμέτωπο με τον χρόνο, το αναπόφευκτο, το ανέφικτο και το άπειρο. Είναι ο homo seriosus, το είδος ανθρώπου που απέχει πολύ από τον homo ludens, εκείνον τον άλλον που σκαρώνει αφηγήσεις ορμούμενος από μια διάθεση παιχνιδιού απέναντι στη ζωή. Ο homo seriosus, ο σοβαρός άνθρωπος, αφηγείται αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα ως ενδημική του έξω κόσμου και ενόσω διατηρεί πλήρη αίσθηση του εαυτού του. Γι’ αυτό μπορεί να μιλά για «ανάπηρη όραση που καμώνεται την απέραντη θέαση» («Πραγματικότητα»), δηλαδή για το γεγονός ότι η προσωπική μας αντίληψη της πραγματικότητας συχνά αντιστρατεύεται την ίδια την πραγματικότητα και οπωσδήποτε σπάνια την αντανακλά.

Διανθίζοντας με τέτοιου είδους συνειδητοποιήσεις την ποίησή του, ο Νικολούζος μας χαρίζει μια ποίηση μεταφυσική, που αξιποιεί τόσο θρησκευτικές δοξασίες όσο και παγκόσμιες μυθολογικές παρακαταθήκες. Δεν εξαντλείται όμως στη μεταφυσική η φιλοσοφική διάθεση του Νικολούζου. Ο ποιητής δεν διστάζει να κάνει αναφορά στη σημειωτική, μιλώντας για «σημεία που ελλοχεύουν σημασία», την ίδια στιγμή που, λίγες σελίδες παρακάτω, κάνει εκτεταμένη μνεία στα μαθηματικά («Κουτσό»), παραπέμποντας στον homo universalis, τον οικουμενικό άνθρωπο, τον πανεπιστήμονα, η αυθεντία του οποίου έχει ξεπεραστεί από τη ματαιότητα: η γνώση μόνη δεν μπορεί ποτέ να είναι το περιεχόμενο του ανθρώπου, το περιεχόμενο του ανθρώπου είναι πάντα κάτι άλλο (γι’ αυτό και ο ποιητής μιλάει για την «έπαρση της λογικής» στο τρίτο πιο μακροσκελές ποίημα της συλλογής, το «Mors est mihi Dominus», στο οποίο καταγράφει τις ποιητικές του συγγένειες, από τον Λωτρεαμόν μέχρι τον Καρούζο και από τον Αρτώ μέχρι τον Τρακλ, τον Κέρουακ και αρκετούς άλλους).

Είναι αναζωογονητικό να μπορεί κάποιος να γράψει τόσα πολλά για μια συλλογή ή, αντίθετα, μια συλλογή να μπορεί να πυροδοτήσει τόσες σκέψεις για τόσα πολλά και διαφορετικά πεδία. Αυτό μόνο πλούτο φανερώνει, πλούτο έκφρασης, αλλά και πλούτο ψυχής, και είναι πολύτιμο και λυτρωτικό μέσα στις συνθήκες γενικευμένης ένδειας που κυριαρχούν σήμερα.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το πρώτο ποίημα της συλλογής «Centrale»:


Από πού πηγάζει
όλη τούτη η δύναμη της ασυνδετότητας
και τσακίζει τα πάντα,
από πού ήρθαν
τα τρυφερά ξεσπάσματα 
του μίσους,

ποια αγάπη να τα γέννησε άραγε;

Ένα μάτσο κόκκαλα
και μια βαθιά ζέστη
πλημμυρίζει τώρα
την τρυφερή άσφαλτο,

ύστερα θα' ρθει το χιόνι
και θα τα βάψει
όλα, 
με εκκωφαντική ηρεμία

και η ανάσα του,
θα παγώσει για πάντα
μέσα στη λαμπερή 
ερημιά, 
των ψυχρών άστρων.



Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Ποίηση - η ύψιστη επαναστατική πράξη

Η ποίηση είναι αίνιγμα. Τίποτα απολύτως δε γνωρίζουμε για το αόρατο πνεύμα που καθοδηγεί το χέρι μας, τη στιγμή που το ποίημα γεννιέται από το τίποτα. Είναι χορός σημαινόντων κι ερωτοτροπία σημαινομένων, ψίθυρος λέξεων που κυματίζουν εντός μας, είτε από μόνες τους είτε εν παρατάξει, κραυγή, παιχνίδι ή ανταρσία. Και πυροτέχνημα. Πυροτέχνημα εσωτερικής καύσης κι εξωτερικής θέας.

Ποίηση είναι το όνειρο που δεν ξέρει να ξυπνήσει ή ένα όνειρο που διαρκώς αναβάλλεται. Είναι να ανοίγεις το παράθυρο να πέσεις και να σε σώζει μια παγωμένη ριπή ανέμου σε μια νύχτα απόλυτης άπνοιας. Να πηγαίνεις στον πόλεμο χωρίς ελπίδα νίκης ή ήττας, απλώς από ανάγκη να παλέψεις για κάτι. Μόνο στη μάχη της νιώθεις βολικά, μια οικειότητα τρόμου, μια γλυκύτητα τρέλας, μια διέγερση πόθου. Μια ψυχική ακροβασία είναι η ποίηση. Για κάθε συνάντηση μαζί της ανταλλάσσεις λίγο ζωή και λίγο θάνατο. Η γοητεία έγκειται στο ποιος ανάμεσά σας θα πάρει τι. Είναι η κόκκινη φέτα σελήνη. Ο τρόπος που υπάρχουμε στο περιθώριο και μια καταφυγή για το παιδί του μέλλοντός μας, το προϊόν μιας εγκεφαλικής χημικής αντίδρασης ενάντια στη ματαιότητα της ύπαρξης, ενάντια στο δολοφόνο χρόνο, ένα χαστούκι στο πρόσωπο που χάσαμε πριν το βρούμε, το τελευταίο τσιγάρο του μελλοθάνατου, η πιτζάμα του ισοβίτη.

Ποίηση είναι εκείνο το Πλήρες, από το οποίο πάντα κάτι θα λείπει. Μια ματιά πίσω από τις γρίλιες και μια διαρκής πάλη με τον άλλο σου εαυτό. Διάχυτη και ρευστή, υπάρχει παντού. Μπορεί να υπάρχει σε έναν πίνακα ζωγραφικής, στη θεατρική σκηνή, στη διατύπωση μιας σκέψης, στον κινηματογράφο, στην αθωότητα ενός παιδιού, στην τρυφερότητα του ζώου. Και σε ένα βιβλίο βέβαια ή σε ένα κομμάτι μουσικό που παραλύει τη σκέψη σε έλλογες ερμηνείες. Είναι στον αέρα πάντοτε, ωσάν το κάτι με τα φτερά της Έμιλυ Ντίκινσον. Ένας αυτόματος μηχανισμός είναι η ποίηση, σε τοξικό περιβάλλον. Μια άμορφη, ατέλειωτη μάζα, που άοκνα διασπάται, συντίθεται κι αποσυντίθεται. Είναι ο τρελός λαγός του Σαχτούρη, η καραμπίνα του Χεμινγουαίη και το περίστροφο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Ποίηση είναι το κάλεσμα του υπέροχου αόριστου, μια φωνή Σαιξπηρικής στρίγγλας, ο ύστατος των πειρασμών, ίσως ο πιο μεγάλος. Είναι υπόγειο ρεύμα, μετατροπή του μικρόκοσμου σε Σύμπαν, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός, αμφισβήτηση όσο και πίστη, ταπεινότητα όσο και πείσμα, προσανατολισμός προς το μεγάλο και διαρκές Ερώτημα. Είναι το κουβάρι της Αριάδνης, τροχός και μάτι και κεφάλι αρχαγγέλου, κεραυνός και βροχή, μια λέξη κι ένας στίχος που θα τρέξει από το μελάνι πίσω στο αίμα. Είναι κακή. Καλή. Καλύτερη. Σπουδαία. Μεγαλοφυής. Όλες οι μορφές της είναι χρήσιμες. Όπως και η ασχήμεια, που ταυτοποιεί την έλλειψη της ομορφιάς.

Ποίηση είναι η προσπάθεια να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το κουκούτσι της σκέψης, όπου κρύβεται η Ευρυδίκη. Αν είναι απόγνωση, σοφά είναι. Είναι ο αντίποδας του αυτονόητου, του χρηστικού, της συνήθειας. Έχει μέσα της το σπέρμα της ανυπακοής. Ποτέ δε γίνεται καθεστώς, αρνείται την ακινησία κι εξοστρακίζει την προσαρμογή, θαμπώνοντας μέρα-νύχτα τα κουτοπόνηρα μάτια της πραγματικότητας. Γυμνή περιφέρεται στους κοινόχρηστους χώρους, κοντά σε ρημαγμένα ένστικτα, πλάι στα κομπρεσέρ, στα πεζοδρόμια, ψάχνοντας έναν λόγο, σαν το πληγωμένο φάντασμα του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ξέρει να αφουγκράζεται, συμπάσχει, οργίζεται, δεν ξεχνά να μιλά για Υποτέλεια κι Υπολογισμούς, πνίγεται στην αρένα και συντρίβεται κάθε στιγμή στα φλεγόμενα πεδία βολής.

Η ποίηση δε μας ανακουφίζει, ούτε παρηγορεί, ούτε καθησυχάζει. Δε δικαιώνει, δεν εκπολιτίζει, δεν εξωραΐζει. Είναι συνεχής εκχωμάτωση, η αναζήτηση του άλλου, του πέρα από μας, του άλλου τρόπου, του άλλου χρόνου. Η ύψιστη επαναστατική πράξη. Η έκρηξη της εσωτερικής έντασης, όπου ο ποιητής λιγοστεύει για να υπάρξουν μέσα του οι άλλοι.


Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

"Τύχη στα τείχη" της Γεωργίας Μακρογιώργου



Σύντομο, σύγχρονο μέχρι σημείου «ειδησεογραφικού», ακριβές σε γενικές γραμμές ως προς τον τελικό στόχο, επίκαιρο αναγκαστικά, το Τύχη στα τείχη της Γεωργίας Μακρογιώργου έχει τη μεγάλη αρετή του να γεμίζει τον αναγνώστη τρυφερότητα. 

Όλοι μας γνωρίζουμε από πρώτο χέρι την πραγματικότητα που περιγράφει, είναι αυτή η καθημερινότητα από την οποία δεν μπορεί κανείς εύκολα να αποδράσει (και να πάει πού;), αλλά μένει κλειδωμένος σε συνθήκες συνεχώς μεταβαλλόμενες από δυνάμεις που τον έχουν μακράν ξεπεράσει. Δεν διαβάζουμε κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο στο βιβλίο τουλάχιστον με την έννοια του γενικού πλαισίου, δεν του λείπει όμως ούτε το ενδιαφέρον, ούτε και η συναισθηματική εμπλοκή. Για την ακρίβεια, επειδή οι άνθρωποι που συναντά κανείς διαβάζοντας είναι μορφές τόσο γνωστές που φτάνουν να είναι οικείες, ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να τις ντύσει με μια τρυφερότητα που τελικά γίνεται το κύριο συστατικό του έργου. 

Η διακεκομμένη γραφή βγάζει αρκετές φορές μια αγωνιώδη ανάσα, και έτσι αυτοί που διαβάζουν την ιστορία και αυτοί που την ζουν βρίσκονται κατά κάποιο τρόπο στο ίδιο μήκος κύματος: βλέπουν, ακούν και αισθάνονται τα ίδια πράγματα. Κατά τη γνώμη μου το ενδιαφέρον του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς εκεί, στην οικειότητα μεταξύ αγνώστων. Είναι αυτή η αίσθηση ότι για τους όποιους λόγους δεν σου φτάνει ο αέρας, ο χρόνος, οι στιγμές που σου μένουν να ζήσεις που κάνει το βιβλίο να «προσκολλάται» στην μνήμη του αναγνώστη, που του προσφέρει κοινό έδαφος επικοινωνίας και συνεννόησης με άλλους ανθρώπους, άγνωστους αλλά τελικά δυνητικά δικούς του. 

Η συγγραφέας κάποιες φορές είναι σαν να σβήνει τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία με τη γόμα, δεν τα εξαλείφει δηλαδή τελείως αλλά αφήνει ένα ίχνος, μια μουτζούρα, ίσα-ίσα για να μείνει η υποψία του ορίου, εκεί που ήταν πριν ακυρωθεί. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό λειτουργεί θετικά γιατί εκθέτει περισσότερες από μία εκδοχές μιας ίδιας τελικά πραγματικότητας, σε κάποιες άλλες όχι, γιατί δημιουργεί στιγμιαία σύγχυση και αμφιβολία για το τι συνέβη τελικά. Συνολικά βέβαια αυτό που μένει είναι αυτό που φαντάζομαι ήταν και η πρόθεση της Γεωργίας Μακρογιώργου εξαρχής: μια ιστορία σαν αυτές που ακούει κανείς κάθε μέρα, με τον έρωτα, τις αρρώστιες, τις αποτυχίες και τις μικρές, καθοριστικές ανατροπές που της αναλογούν. Με τον φόβο επίσης, και τις απογοητεύσεις, αλλά και την δύναμη που θέλοντας και μη προκύπτει από κάτι ιστορίες σαν κι αυτή, όπου οι άνθρωποι σηκώνονται και προχωράνε γιατί όσο δύσκολο και αν είναι, όλες οι άλλες εναλλακτικές είναι ακόμα δυσκολότερες. Και γεμάτες μοναξιά. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Ο ποιητής, ο Λακάν και ο κόσμος

Τι νιώθει ο ποιητής όταν ατενίζει τον κόσμο; Ό,τι κι ένας απλός άνθρωπος, με τη διαφορά ότι ο ποιητής μπορεί αυτό που νιώθει να το μεταφράσει στη γλώσσα της ψυχής. Ο ποιητής είναι ο μεταφραστής από τη γλώσσα που μιλούν στην καθημερινότητά τους οι άνθρωποι στη γλώσσα που μιλά η ψυχή τους – το εννοώ αυτό με τη λακανική έννοια. Ο Λακάν (Jacques Lacan) είχε διακρίνει δύο ψυχικές συνθήκες: το συνειδητό και το ασυνείδητο. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο δομείται το υποκείμενο και εκεί ακριβώς, σε αυτό το ανάμεσα, βρίσκεται η παραδοξότητα της ανθρώπινης κατάστασης: το εγώ μας είναι αυτό που είναι εξαιτίας δυνάμεων στις οποίες δεν μπορούμε να έχουμε πλήρη πρόσβαση, παρά μόνο «ανιχνεύουμε» μέσα από τα σημάδια που αφήνουν. Η εν λόγω έλλειψη πρόσβασης οριοθετεί το εσωτερικό μας χάσμα, το οποίο επιθυμούμε να γεφυρώσουμε ή το κενό που προσπαθούμε να γεμίσουμε, αλλά και την πηγή κάθε μετωνυμικής αντικατάστασης της πρωταρχικής μας επιθυμίας.

Τι είναι αυτή η μετωνυμική αντικατάσταση; Ως γνωστόν, μετωνυμία είναι το σχήμα λόγου που αναφέρεται στη γραμμική αντικατάσταση του υποκειμένου με κάποιο άλλο υποκείμενο με το οποίο εμφανίζει νοηματική συνάφεια, π.χ. αντικατάσταση της λέξης «σπίτι» με τη λέξη «στέγη». Όταν μιλάμε για «μετωνυμική αντικατάσταση» της επιθυμίας εννοούμε ότι μια αρχική επιθυμία μεταμφιέζεται σε μια άλλη επιθυμία, συναφή με την προηγούμενη, πάντοτε αποζητώντας την εκπλήρωση. Για παράδειγμα, ως ενήλικες επιθυμούμε να αποκτήσουμε ένα σπίτι. Η επιθυμία μας αυτή έχει αντικαταστήσει την επιθυμία μας για ασφάλεια γενικά και αυτή έχει αντικαταστήσει την επιθυμία μας για ασφάλεια έτσι όπως τη βιώναμε μέσα στη μήτρα. Αξιοσημείωτο είναι ότι, όσο κι αν εκπληρώνονται επιμέρους επιθυμίες, εφόσον η πρωταρχική επιθυμία παραμένει ανεκπλήρωτη, ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σε μια διαρκή αίσθηση ανικανοποίητου.

Η μεταφορά, από την άλλη, είναι το σχήμα λόγου που αναφέρεται στην αντικατάσταση του υποκειμένου από κάποιο άλλο υποκείμενο με το οποίο δεν σχετίζεται νοηματικά. Π.χ. στη φράση «ο Γιώργος είναι σκύλος» δεν εννοούμε ότι υπάρχει ένας σκύλος που ονομάζεται Γιώργος, αλλά ότι ο άνθρωπος Γιώργος είναι «σαν» σκύλος, είναι δηλαδή ένας άνθρωπος που δουλεύει πολύ σκληρά ή είναι ανυποχώρητος στις θέσεις του. Το ασυνείδητο λειτουργεί με μηχανισμούς που μοιάζουν στη μετωνυμία και τη μεταφορά, στήνοντας ένα αέναο γαϊτανάκι σχημάτων λόγου. Οι μεταφορές με τις οποίες εκδηλώνεται το ασυνείδητο είναι ανιχνεύσιμες στα όνειρα, σε ό,τι λέμε εκ παραδρομής και στην ποίηση. Γι’ αυτό άλλωστε ο Λακάν διατεινόταν ότι η ποίηση και το ασυνείδητο είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ο ποιητής λοιπόν ατενίζει τον κόσμο με βαθιά ενσυναίσθηση της επιθυμίας που αποζητά να εκφραστεί και να εκπληρωθεί και με επίγνωση του γεγονότος ότι, όταν η επιθυμία εκφράζεται, όταν περνά δηλαδή στη γλώσσα και γίνεται αίτημα, δεν μπορεί παρά να «δολοφονείται». Όταν κάτι, οτιδήποτε εκφράζεται με λέξεις, γίνεται δηλαδή το σημείο ενός πράγματος όπως εσωτερικεύεται, παύουμε να βλέπουμε το πράγμα αυτό καθαυτό και βλέπουμε πια μόνο την εσωτερίκευσή μας. Είναι σαν αυτό που βρισκόταν εκεί έξω να δολοφονήθηκε και να άρχισε να υπάρχει μόνο ως εσωτερική αναπαράσταση. «Τα μαύρα σου τα μάτια που ήταν μπλε», θυμάστε το τραγούδι; Αυτός στον οποίο αναφέρεται το τραγούδι είχε τόσο πολύ πιστέψει πως τα μάτια της κοπέλας ήταν μαύρα που απλώς δεν έβλεπε ότι ήταν μπλε! Είναι κάτι που μπορούμε να διαπιστώσουμε και όταν μιλάμε για κάτι: ήδη το περιγράφουμε, έχουμε δηλαδή ξεφύγει από το βίωμα, έχουμε βάλει απόσταση από αυτό και το παρουσιάζουμε όπως το έχουμε εσωτερικεύσει. Επομένως, γλώσσα και άμεσο βίωμα είναι δύο αμοιβαία αποκλειόμενα πράγματα και αυτό συνιστά ένα από τα δράματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Με έντονη επίγνωση αυτού του δράματος λοιπόν, ο ποιητής μιλά στην ποίησή του για καταστάσεις που είναι από ανέφικτες έως μάταιες. Στην αναμέτρηση με τον κόσμο, άλλωστε, αποδεικνύεται εξ ορισμού πολύ λίγος. Μόλις το συνειδητοποιήσει αυτό, έχει δύο επιλογές: είτε να καταφύγει στις μεγάλες αφηγήσεις περί ζωής, θανάτου, θεού κ.λπ. και να προσπαθήσει να παρηγορηθεί μέσα τους, είτε να τις αμφισβητήσει και να προσπαθήσει να ενηλικιωθεί, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των δικών του ορισμών και των δικών του αφηγήσεων. Στη σημερινή εποχή του μεταμοντερνισμού, η προσπάθεια που καταβάλλεται προς αυτή τη δεύτερη κατεύθυνση είναι αρκετά σημαντική – αλλά αυτό είναι το θέμα ενός άλλου κειμένου.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος αρ. 37 του περιοδικού vakxikon.