Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

"Χειμερία ζάλη" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Φέτος δεν έχουμε βροχές
Είπες
Κοιτάζοντας τη ραγισμένη κρούστα του καιρού
Σκάβει πολύ ο ήλιος το περίβλημά μας
Τόσο που απρόσεχτα εξακοντίζει τον Θεό
στα δώματα της απουσίας του
Ύστερα
εσύ
εγώ
μια κλίση προς τα άνω
αβεβαιότητας
Και το εμείς στο πρώτο πρόσωπο ενικού

                                                     «Ραγισμένη Κρούστα»

Στη νέα της συλλογή, η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου, βαθιά ανθρωποκεντρική, μιλάει για τον άνθρωπο και τη σύγχρονη εποχή, για το πέρασμα του χρόνου, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τον έρωτα και τον θάνατο, για την ζωή και την αγάπη, με το δικό της χαμηλόφωνο, ιδιαίτερο τρόπο. Στην Χειμερία ζάλη οι λέξεις αποπνέουν μια καρτερική αναμονή ανθοφορίας.

Η ποιήτρια κοιτάει τον άνθρωπο της εποχής της κατάματα και τον βρίσκει χαμένο και μόνο, χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, χωρίς εκείνη την ειδική βαρύτητα που χρειάζεται να έχει η προσωπικότητά του για να αφήσει τα ίχνη του στον χρόνο, για να γράψει την προσωπική του ιστορία.

Η ερημιά της ψυχής του φανερώνεται σε όλο το μεγαλείο της τη νύχτα, όταν ο μοναχικός άνθρωπος ανοχύρωτος μες το σκοτάδι μάταια παλεύει μέσα του να βρει ένα φως.

Είναι αυτό το πιωμένο χέρι που τρεκλίζει επάνω στο κλειστό πορτατίφ/ Εδώ και χρόνια επιχειρεί μέσα στα μεσάνυχτα να ανάψει ένα φως/ Είναι η ώρα που ακούει όλους τους αποδημήσαντες/ να επισκέπτονται ένα αφημένο πάθος/ μια ζωή απρόσμενα κομμένη στα δύο/ Είναι εν τέλει ο θάνατος η άλλη σκέψη;

Η ποιήτρια χαρακτηρίζει την εποχή μας, εποχή μιας χρήσεως. Μια εποχή που θέλει τους ανθρώπους ομοιόμορφους, στερημένους από την μοναδικότητά τους. Μια εποχή που φτιάχνει ανθρώπους απρόσωπους σαν αγάλματα, με μαρμάρινα συναισθήματα και ένα κενό μέσα τους· ζουν μεταξύ του λίγου και του ελάχιστου.

…Το ξέρω πως είναι η εποχή της μίας χρήσεως/ Κάθε πρωί περιμαζεύουμε τα χαρτομάντιλα της λύπης/ από πεζοδρόμια χωρίς πόδια/ από παράθυρα δίχως πρόσωπα/ Οι άνθρωποι υπάρχουν πια χωρίς τα ίχνη τους/ Ολόκληροι ένα δάκρυ που εξατμίζεται στα υπόγεια της θλίψης.


Η ποιήτρια, κόντρα στο ρεύμα των καιρών, επιχειρεί να αντισταθεί σε αυτή τη διαδικασία φθοράς, να ανάψει με την ποίηση της ένα φως μες το σκοτάδι.

Στην ποίηση της περιθάλπει τη μοναδικότητα.

Είναι η μία εκείνη φορά που φτιάχνει παραμύθια/ Η μια φορά σε τούτο τον καιρό της ανάγκης/Κρατάω τη μοναδικότητα/ Την περιθάλπω στοργικά/ ως παρακαταθήκη επανάληψης…

Το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη ζωής και συμβολίζει εδώ τον έρωτα και την αγάπη, που έχουν την ίδια ιδιότητα να βγαίνουν εκτός ορίων, να ξεχειλίζουν ορμητικά! Χωρίς αγάπη ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέλμα, παραμένει υποταγμένος και στάσιμος σε μοίρα που του επιβάλλεται από τους καιρούς, χωρίς να έχει τη δύναμη να την αλλάξει. Το συναίσθημα είναι δύναμη ζωής. Η αγάπη είναι το συστατικό που λείπει, σε αυτούς τους άνυδρους καιρούς, για να γεμίσει το εσωτερικό κενό, ώστε να πάψει η ψυχή να γίνεται αντίλαλος της νύχτας.

Μόνο η ρευστότητα μπορεί να δραπετεύσει/ από ένα σχήμα σαν γκρεμό/ κι ο άνθρωπος νερό θα πρέπει να γεννιέται…

Και αλλού:

…Μόνο η αγάπη αλλάζει προορισμό/ Μόνο η αγάπη μεταποιεί τον κόσμο/ Και μια παλιά, κουρελιασμένη, παλιομοδίτικη ζωή/ σε κάποια όχθη πεταμένη/ γίνεται νερολούλουδο/ Να στάζει μόνιμα το άγιο νάμα

Η ποιήτρια καλλιεργεί το έδαφος της καρδιάς σαν επίμονος κηπουρός, μέχρι να γίνει γόνιμο, να το δει να ανθίζει. Φυτεύω τη ζωή σε χρόνο γόνιμο/ Με απαλές κινήσεις/ Με του ιδρώτα πότισμα/ Με λιπάσματα για εξόντωση των άγριων ημερών…

Η ποίησή της προσδίδει μια μορφή ιερότητας στις καθημερινές συνήθειες, στις ρουτίνες της ημέρας, αποτυπώνει μια στάση ζωής.

Πάντα έρχεται η ώρα για το δείπνο
Έχει σημασία τι θα στρώσει κανείς για βράδυ
Σε τι εντέλει θα προσευχηθεί
Έχει σημασία σε τι θα σηκώσει το ποτήρι της ανάγκης

Άσπρο πάτο
ή άσπρη ζωή;

Η ποίηση της είναι μια συνεχής αναζήτηση του άλλου, ένας ανοιχτός διάλογος, με λέξεις ευαίσθητες και συναισθήματα εύθραυστα, για εκείνην ο άλλος είναι συχνά ανοιχτό βιβλίο.

…Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
Βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό και δεν αντέχεται


Η φύση έχει ιδιαίτερα έντονη παρουσία, συχνά αλληγορική στα ποιήματα, με τον κύκλο των εποχών να συμβολίζει το πέρασμα του χρόνου και τον κύκλο της ζωής. Το νερό και το φως συμβολίζουν την αγάπη, η άνοιξη τον έρωτα, το κρύο και η ξηρασία τη μοναξιά, το σκοτάδι τον φόβο… Οι συμβολισμοί είναι απλοί, ωστόσο χρησιμοποιούνται με ευρηματικότητα.

Το πέρασμα του καιρού είναι μια περιδίνηση γύρω από την ύπαρξη που σχηματίζει κυκλικές διαδρομές, με το τέλος κάθε φορά που κλείνει ένας κύκλος να σηματοδοτεί μια νέα αρχή, ένα νέο ταξίδι, με τις αποσκευές του ανθρώπου πλουσιότερες σε εμπειρίες. Ακόμα κι όταν φαίνεται πως δεν υπάρχει δρόμος:

Ν΄ανάψεις ένα δρόμο είναι το ζητούμενο/ Εκεί που σβήνει μία διαδρομή/ να΄χει φωτιά το μάτι σου να δει/ να πυρπολήσει όσα δεν φαίνονται.
Η ποιήτρια γράφει για τις διαδρομές της ζωής της: Μια ανάβαση έψαχνα σ’όλες τις διαδρομές/ Έβλεπα μονίμως ένα φως/ στον τελευταίο όροφο αναμμένο/ Όλες οι μέρες μου/ με ένα τέντωμα του κεφαλιού ψηλά/ και βλέμμα ανεμόσκαλα

Ο έρωτας φέρνει απότομα στην καρδιά την άνοιξη, αν και έξω είναι ακόμα χειμώνας. Κράτα σφιχτά το χέρι μου/ να νιώθω τα σμήνη της αγάπης σου/ να με πολιορκούν μέχρι τελικής ανάγκης/ Έτσι, σου λέω, παραδίνομαι/ με μια λευκή καρδιά να κυματίζει/ ίδια με ανοιξιάτικο σύννεφο/ Μέσα σε τόσο φως τι άλλο να ψάχνει το σκοτάδι μου/ Μονάχα τη λαμπρότητα/ των δυο μικρών παράδεισων/ στην άκρη των χειλιών σου…

…«Κοίτα/ Είμαστε επιτέλους δέντρα που αγκαλιάζονται», μου είπες/ Κι εγώ άνθισα πιο τρελή από αμυγδαλιά/ έναν Δεκέμβρη μήνα που ο χρόνος άρχιζε/ αντί να τελειώνει.

Κάποτε ένας αγέρας που έρχεται να πάρει λίγο τα περάσματα ανάμεσα στα χρόνια φέρνει στην ποίησή της εικόνες από τα περασμένα, από την παιδική ηλικία, αναμνήσεις από αγαπημένους που έφυγαν. Πότε έφυγες;/ Χτες ακόμη σκάλιζες με τα μάτια σου τον ουρανό/ Φύτευες νέα άστρα/ άνθη αναρριχώμενα/ που σαν ατίθασα μαλλιά ξέφευγαν απ’ το κεφάλι αγγέλων και έπεφταν ίδια με ταξίδι Ραπουνζέλ/ κάτω από το μπαλκόνι του κόσμου/ Να ανέβει έλεγες,/ τρελά ερωτευμένος ο καιρός… …Τουλάχιστον να έδινες την απαραίτητη/ ενός μηνός προειδοποίηση/ Να’ χω τριάντα μέρες αργύρια/ να εξαγοράσω τον προδότη χρόνο.

Η ποίησή της ξέρει να φτιάχνει μικρά καράβια από λέξεις το σούρουπο, να ζωγραφίζει μια θάλασσα, ένα νιο φεγγάρι την ώρα που αποσύρεται ο κόσμος στο αδιάφανο και μεγαλώνουν οι σκιές. Η ποίηση της είναι παρηγορητική, κερνάει ψωμί κι αντίδωρο, βρέχει τη σκέψη με κρασί για να μεθάει την πίκρα, να ξεγελάει το πέρασμα του χρόνου. Στα ποιήματά της κάποιες φορές ακούγεται να σεργιανά ένα τραγούδι.

Κατερίνα Τσιτσεκλή 

ΣΑΝ ΠΕΙΡΑΤΗΣ
Και τη στιγμή εκείνη
Που συλλογίζεσαι πως είσαι μόνος
Έρχονται και κάθονται μέσα σου
Τόσοι χαμένοι κόσμοι
που λίγο να σκύψεις στα ναυάγιά τους
μπορείς να ξεχαστείς τα βράδια σου
σαν πειρατής χωμένος σε θησαυρούς που χάθηκαν
σε μια σταγόνα αναβολής


ΚΟΚΚΙΝΟ, ΠΡΑΣΙΝΟ
Σε κοιτάω κάθε μέρα στους δρόμους
ανάμεσα στις μοναξιές που διασταυρώνουν με τόση προσοχή
τα κρύα νερά του κόσμου
Δίχως μια λέμβο
Χωρίς σωσίβιο
Με την ανάγκη μόνο παραμάσχαλα
καθώς εκεί ακριβώς στα φανάρια
λίγο πριν ανάψει πάλι κόκκινο
και σταματήσει η ευκαιρία
ξυπνά μια πράσινη χλόη από τη χειμερία ζάλη της
Κι έτσι παραπατώντας
ζητά να φυτευτεί στην άλλη όχθη
με τα τρεχούμενα λόγια
την ψιλή βροχή
τα μεγάλα, βαθύσκιωτα χρόνια
Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό
και δεν αντέχεται

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Ο Ντίνος Σιώτης σε ποιητικό διάλογο με ένα τσουνάμι

Μετά την προηγούμενη ανάρτηση περί της παρεξηγημένης τέχνης του χαϊκού, δημοσιεύουμε σήμερα 22 τρίστιχα που έγραψε ο Ντίνος Σιώτης με αφορμή το βιβλίο Τσουνάμι - 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011 που έχω μεταφράσει. Μου τα έστειλε ανήμερα το Πάσχα, αιφνιδιάζοντάς με παντελώς: ο ποιητικός διάλογος που δημιουργήθηκε με τα χαϊκού του βιβλίου, τα οποία έγραψαν απλοί Ιάπωνες-θύματα του τσουνάμι και τα οποία μετέφρασα επειδή θεωρώ ότι αποτελούν ζωντανή απόδειξη του άκαμπτου ανθρώπινου πνεύματος και της θέλησης για ζωή, ήταν αναπάντεχος, τιμητικός και άκρως συγκινητικός. Δίνοντάς μου την άδεια να τα δημοσιεύσω, ο Σιώτης μου ζήτησε να δημοσιεύσω και μια σημείωση, η οποία αποδεικνύει ότι έχει πλήρη επίγνωση για το τι σημαίνει το είδος του χαϊκού (όπως άλλωστε και το γεγονός, προς τιμήν του, ότι δεν δεσμεύεται από τον ψυχαναγκασμό του 5-7-5 στα τρίστιχά του) και παρατίθεται λίγο πιο κάτω.

Αν κάποιος φίλος του ιστολογίου επιθυμεί να διαβάσει το βιβλίο Τσουνάμι - 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011 και να διαπιστώσει από πρώτο χέρι τι ενέπνευσε τον Ντίνο Σιώτη, δεν έχει παρά να επικοινωνήσει μαζί μου στο e-mail του ιστολογίου για να του το στείλω ταχυδρομικώς. Υπάρχουν διαθέσιμα 10 βιβλία.

Χριστίνα Λιναρδάκη


****



Τα Είκοσι δύο μετά τα 29 χαϊκού για το τσουνάμι γράφτηκαν σε μία ώρα, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, 8 Απριλίου 2018, υπό την επήρεια της ατμοσφαιρικής συμπίεσης της ανθολογίας Τσουνάμι - 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011, σε μετάφραση Χριστίνας Λιναρδάκη, εκδόσεις Μανδραγόρας. Δεν είναι χαϊκού, που είναι μια δύσκολη μορφή ποίησης, απλώς σύντομα τρίστιχα είναι που μιμούνται τα χαϊκού.
Ντίνος Σιώτης



Ντίνου Σιώτη | Είκοσι δύο μετά τα 29 χαϊκού για το τσουνάμι


Με το τσουνάμι
ο μικρός κήπος
έγινε κήτος

**

Πριν έρθει το
φρέσκο τσάι όλα
είχαν τελειώσει

**

Το κύμα ξέβρασε
απελπισία στην
ενδοχώρα

**

Ό,τι νυχτώνει ό,τι
λείπει τα ζωάκια
το βάφουν με λύπη

**

Συχνά η αποθεραπεία
είναι πιο δύσκολη απ’
την εξάρτηση

**

Το φέτος
σε φέτες
φεύγει

**

Τα κυπαρίσσια
πυκνά σύντομο
το μέλλον τους

**

Αγκαλιά με δυο στιγμές
ζω μόνο για την ώρα που
κάποιος θα με φωνάξει

**

Τι να γυρεύουν τα
πουλιά και πετάνε
μπρος πίσω

**

Έκλεισα τα μάτια
προσπάθησα σκληρά
να δω πώς ήταν πριν

**

Παράτησε το λιμάνι το
πλοίο κουράστηκε για
αλλού έβαλε πλώρη

**

Γράφω ποιήματα
σημαίνει διατηρώ
ακμαίο το ηθικό μου

**

Χωρίς εξηγήσεις παράτησε
τις ράγες το τραίνο το ίδιο
έκανε και ο σταθμάρχης

**

Πέφτει βροχή πέφτει
λευκή βροχή τα όνειρά
μου καθαρά ασπρόρουχα

**

Έστρωσε
η βροχή
το χορτάρι

**

Επιστρέφει
λυόμενος
ο πόνος

**

Τόσο ξαφνικά να
γεμίσει βάρκες
ο ορυζώνας

**

Τραβιόμουν προς τα
μέσα όμως το τραγούδι
με τραβούσε προς τα έξω

**

Αφανίστηκαν
άφωνοι οι
αφανείς

**

Ρημαγμένα ερείπια
στο χωριό μετά το
ξαφνικό τσουνάμι

**

Τις κερασιές αν και
ανθισμένες τις παρ’
έσυρε το ρεύμα

**

Συλλαβίζω την άνοιξη με
φωνήεντα από σφεντάμια
στη χλόη σφηνωμένα


Αθήνα, Μεγάλο Σάββατο, 7 Απριλίου 2018
Ντίνος Σιώτης


Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Η τέχνη του χαϊκού και δύο πρόσφατες ελληνικές συλλογές

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε τις ομιλίες στην εφετινή ημερίδα του Κύκλου των Ποιητών με τίτλο «Ποίηση και παγκοσμιοποίηση», η οποία πραγματοποιήθηκε στις 31.3.2018 στη Στοά του Βιβλίου, επεσήμανα μια παράλειψη: κανείς από τους ομιλητές δεν κατέδειξε ότι μία από τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης είναι ο ειδολογικός μετασχηματισμός.

Προς τεκμηρίωση της θέσης μου αναφέρθηκα στο χαϊκού, το είδος εκείνο της παραδοσιακής ιαπωνικής ποίησης που έχει τόσο κακοπάθει στα χέρια των Δυτικών. Ανέφερα, συγκεκριμένα, ότι το χαϊκού έχει μεταποιηθεί στη Δύση τόσο από πλευράς περιεχομένου (στην Ιαπωνία το χαϊκού είναι συνδεδεμένο με τις εποχές του χρόνου και γι’ αυτό περιέχει λέξεις που υποδεικνύουν την εποχή: τα λεγόμενα κίγκο και είναι επίσης δείγμα υψηλού συμβολισμού μες στην απλότητά του, άρα αξιοποιεί τα μέγιστα τον υπαινιγμό και δεν είναι ωμό: όταν ο Ματσούο Μπασό γράφει για τη λίμνη, τον βάτραχο και τον ήχο του νερού ουσιαστικά μιλάει για την ενότητα των πάντων) όσο και από μορφικής πλευράς (το περίφημο σχήμα των 5-7-5 συλλαβών που έχει γίνει καραμέλα στη Δύση, στην Ιαπωνία αφορά ότζι και όχι συλλαβές: η λέξη Τόκυο π.χ. έχει τρεις συλλαβές αλλά πέντε ότζι «Το-ου-κυ-ο-ου» - για περισσότερα βλ. εδώ). Τα πρωτοέμαθα αυτά από τους συνεργάτες που γράφουν στο στίγμαΛόγου και αργότερα, όταν μετέφραζα τα χαϊκού για το βιβλίο Τσουνάμι - 29 χαϊκού από τις επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011, τα έψαξα περαιτέρω.

Τι κάναμε λοιπόν οι Δυτικοί, παρερμηνεύοντας το είδος; Προσφέραμε μια άλλη ανάγνωση ή μια άλλη ερμηνεία του, η οποία αντιβαίνει στην αρχική, και το συστήσαμε στο Δυτικό αναγνωστικό κοινό με αλλοιωμένους όρους. Κάναμε με άλλα λόγια cultural appropriation, πολιτιστική οικειοποίηση (ή υφαρπαγή, όπως το προτιμώ, για να τονίζεται η αρνητική σημασία του όρου), αφού μπήκαμε σε έναν ξένο χώρο (έστω και αν είναι ποιητικός, επομένως συμβολικός, παραμένει χώρος) και τον εποικήσαμε με τους δικούς μας όρους, αγνοώντας τους όρους των γηγενών. Γιατί ποιο άλλο είναι το σημείο αναφοράς σε μια ποιητική φόρμα αν όχι η αρχική μήτρα που τη γέννησε;

Τα Δυτικά χαϊκού είναι τρανταχτό παράδειγμα Δυτικής αποικιακής νοοτροπίας που εξακτινώνεται ή προβάλλεται και σε άλλα πεδία, πέραν των γεωγραφικών. Και θα είχε ενδιαφέρον να ελεγχθεί αν το δυτικότροπο χαϊκού έχει διεισδύσει στην Ιαπωνία και, ως ηγεμονικός κώδικας, έχει επηρεάσει και την εγχώρια παραγωγή, ουσιαστικά προκαλώντας μια επανεγγραφή του είδους. Ή οι Ιάπωνες είναι πολύ περήφανοι για κάτι τέτοιο;

Το χαϊκού είναι παγκόσμια κληρονομιά: αυτή ήταν η απάντηση που έλαβα στην ημερίδα. Και τότε συνειδητοποίησα ότι απευθυνόμουν σε Έλληνες (άρα Δυτικούς) ποιητές που έχουν εν πολλοίς πειραματιστεί και οι ίδιοι με το είδος. Και ότι, φυσικά, κανείς δεν μπορεί να δει τη δική του καμπούρα. Έτσι, σταμάτησα εκεί. Αν όμως είχα συνεχίσει, θα έλεγα ότι και η μυθολογία μας είναι παγκόσμια κληρονομιά. Γιατί τότε αντιδρούμε όταν οι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ την παραλαμβάνουν και την κάνουν σούπα ή πολτό, ανάλογα με την εκάστοτε σκηνοθετική άποψη;

Αυτός ήταν ένας -ελπίζω πρόσφορος- πρόλογος για να περάσω στον σχολιασμό δύο ελληνικών συλλογών χαϊκού.

*

Η πρώτη είναι η Χαϊκού και ένα κικό της Αναστασίας Πεπέ. Η συλλογή αποτίει πραγματικό φόρο τιμής στο είδος του χαϊκού και τη διάβασα με αγαλλίαση. Παρουσιάζονται κατά κανόνα δύο τρίστιχα σε κάθε σελίδα (αλλού βέβαια ένα, αλλού τρία) και παρεμβάλλονται σκίτσα της ποιήτριας, η οποία είναι επίσης αρχιτέκτονας.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο στις τέσσερεις εποχές, όπως θα ήταν ένα αντίστοιχο ιαπωνικό βιβλίο, όμως διαφυλάττει ευλαβικά ένα καθαρά ελληνικό χρώμα:

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Στάζει το δώμα
Πάνω στην κληματαριά.
    Χτεσινή βροχή.

Λιμνούλα βροχής!
Στο μικρό ταρατσάκι
    Ήλιος γυαλίζει.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Γυναίκα τρέχει
Με το βάρος της πόλης
     Στα δυο της πόδια.

Ο Σαρωνικός!
Χάνεται ολόκληρος
    Μες στην ομίχλη.


ΑΝΟΙΞΗ

Κοίτα ταιριάζουν
Με τον πράσινο κισσό
     Τα μπλε κάγκελα.

Άνθη πασχαλιάς
Στις ρίγες του τσιμέντου
    Με γόπες μαζί.


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Τα χόρτα λάμπουν!
Ο Υμηττός αχνίζει
     Καυτός Ιούλης.

Ένα παιδάκι
Στερέωσε στην άμμο
     Τα πέδιλά του.

Το βιβλίο κλείνει με δύο ενότητες «Φθινόπωρο πάλι» και «Χειμώνας» (επιπλέον του «Φθινοπώρου» και του «Χειμώνα» της αρχής), καταδεικνύοντας τον αέναο κύκλο των εποχών. Πρόκειται για ένα πραγματικά αξιόλογο βιβλίο που τιμά το είδος το οποίο επικαλείται. Ας σημειωθεί επίσης ότι η κ. Πεπέ κέρδισε το Α΄ βραβείο στον Α΄ Πανελλήνιο Διαγωνισμό Χαϊκού – 2014, που διοργάνωσαν η Ιαπωνική Πρεσβεία, ο Ελληνο-Ιαπωνικός Σύνδεσμος Φιλίας και ο Ελληνικός Κύκλος Χαϊκού για το ποίημά της «Πέτρες και σκόνη».

*

Η δεύτερη συλλογή χαϊκού είναι οι Λάμψη λεπιδόπτερων που έγραψαν δύο αξιόλογοι και αγαπημένοι ποιητές: η Φωτεινή Βασιλοπούλου και ο Γιώργος Γάββαρης. Και οι δύο έχουν απασχολήσει στο παρελθόν το ιστολόγιό μας και έχουν αποσπάσει ιδιαίτερα θετικά σχόλια για τη δουλειά τους. Δυστυχώς όμως τα τωρινά χαϊκού τους δεν φαίνεται να κατάφεραν να σταθούν στο ύψος των πρότερων ποιημάτων τους. Αν δεν τα είχαν χαρακτηρίσει χαϊκού αλλά δεκαεπτασύλλαβα τρίστιχα ή κάτι άλλο, δεν προσπαθούσαν δηλαδή να τα εντάξουν σε μια πολύ συγκεκριμένη παράδοση που, όπως είπα στην αρχή, έχει υποστεί τα πάνδεινα στη Δύση, θα ήταν πολύ πιο εύκολο για εμένα να αφήσω τα μορφικά στοιχεία στην άκρη και να επικεντρωθώ αποκλειστικά στην ουσία. Αλλά τώρα αυτό δεν γίνεται.

Η συλλογή λοιπόν περιλαμβάνει τρίστιχα δύο ταχυτήτων: ορισμένα είναι συμβολικά (πιο κοντινά στην ουσία του χαϊκού δηλαδή) και ορισμένα άλλα γειωμένα (επομένως πιο κοντινά σε μια δυτικότροπη ερμηνεία). Θα δώσω δείγματα και από τα δύο είδη, πρώτα από τα συμβολικά:

Με κιμωλία
Ζωγράφισα το μέλλον
Έβρεχε πολύ.

Βλέμματα πουλιά
Κρυφά διαβατήρια
Ξένου ουρανού.

Γέφυρες χτίζουν
Τα μάτια να διαβούνε
Αβύσσους σιωπής.

Και έπειτα από τα γειωμένα:

Αγκάθια, λάσπες.
Κήπος της γνώσης. Βαθιά
Σκάψε και θάψου!

Αίμα και λάσπη.
Κεραμέων αγγεία.
Στάχτινα κορμιά.

Άσπλαχνα λόγια
Πετώντας θα έρθουνε
Να μας θερίσουν.

Ωστόσο, δεν θέλω να είμαι άδικη. Παρά τα γειωμένα ποιήματα που αντιστέκονται στον παραδοσιακό ορισμό του χαϊκού, η Λάμψη λεπιδόπτερων είναι συνολικά μια καλή συλλογή δεκαεπτασύλλαβων τρίστιχων (μιλώντας πάντα σε όρους νοήματος): πραγματεύεται το ζήτημα της αγάπης και της απώλειας, συνείρει Καρούζο, Ελύτη και άλλους Έλληνες ποιητές και έχει σφαιρικότητα. Και τα γειωμένα τρίστιχα, υπό μια έννοια, λειτουργούν ως αντίβαρο στα πιο συμβολικά. Όμως, θα ήθελα πάρα πολύ να μην είχε τη λέξη χαϊκού στο εξώφυλλο.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Βυζαντινοί χρονογράφοι

Λίγο πριν το Πάσχα, σας αποχαιρετούμε για τις Άγιες μέρες με ένα επετειακό κείμενο του Απόστολου Σπυράκη για τους βυζαντινούς χρονογράφους.
Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε. 
Καλή Ανάσταση, καλό Πάσχα!
Ραντεβού στις 16 Απριλίου.



Βυζαντινοί χρονογράφοι


Οι βυζαντινοί χρονογράφοι δεν τυγχάνουν της ίδιας προβολής με τους  αρχαίους ιστορικούς αν και η αξία  τους,  τόσο η ιστορική όσο και η λογοτεχνική,  είναι αδιαμφισβήτητη. Γνωστότεροι συγγραφείς της βυζαντινής εποχής μπορούν να θεωρηθούν ο Μιχαήλ Ψελλός και η Άννα Κομνηνή, ο μεν πρώτος  για την πλατιά ευρυμάθειά του  που αγκαλιάζει όλους τους τομείς της γνώσης  και  η  συγγραφέας  της Αλεξιάδας, αυτή η "φίλαρχη γυναίκα", όπως την αποκαλεί ο Καβάφης, για την εκπληκτική  καλλιέργειά της που την κατατάσσει ανάμεσα στους πιο σημαντικούς συγγραφείς του Μεσαίωνα. Υπάρχουν όμως χρονογράφοι λιγότερο γνωστοί που μας έχουν αφήσει πολύ σημαντικά δείγματα ιστοριογραφικής αφήγησης.  

Ένας  απ’  αυτούς είναι ο  Ιωσήφ Γενέσιος, ο οποίος ανήκε στο επιτελείο των λογίων που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, αναθέτοντάς τους τη συγγραφή διαφόρων έργων εξαιρετικά σημαντικών. Το έργο του Ιωσήφ Γενέσιου φέρει τον τίτλο "Περί Βασιλειών’’ και σ’ αυτό, εξιστορώντας  την ανάρρηση  στο θρόνο του αυτοκράτορα  Λέοντα Ε΄, μας δίνει μια εικόνα της μεγαλοπρέπειας των βυζαντινών ηγεμόνων:

"Όταν ( ο Λέων) μπήκε στα ανάκτορα, στάθηκε μπροστά από τις χάλκινες πύλες, πάνω στο δάπεδο με το κυκλικό ολοπόρφυρο μάρμαρο και προσκύνησε το εικόνισμα του Χριστού που υπήρχε εκεί …Παράλληλα,  βγάζοντας τον αχειρίδωτο χιτώνα του με τις ρόδινες αποχρώσεις, τον οποίο στην εγχώρια διάλεκτο αποκαλούν κολόβιο, με λυμένη ζώνη τον παρέδωσε επίσημα, σύμφωνα με ένα παλαιό έθιμο μεταξύ των στρατηλατών, στον επικεφαλής των ιπποκόμων του, τον Μιχαήλ...".

Ο Μιχαήλ Δούκας, ένας άλλος σπουδαιότατος χρονογράφος που έζησε στα ύστερα χρόνια της αυτοκρατορίας, μας έχει διασώσει μια παρόμοια σκηνή:

"Τότε λοιπόν ο Καντακουζηνός, αναλογιζόμενος τη στάση της βασιλομήτορος και της συγκλήτου,  που αμφότεροι τον κατέτρεχαν δίχως καμιά εύλογη αιτία, και χωρίς  ποτέ να έχει συνωμοτήσει, υπακούει στη θέληση των Ρωμαίων, περιβάλλεται τα μεταξωτά κόκκινα καμπάγια και αναγορεύεται αυτοκράτωρ από τον στρατό".

Ο ίδιος ιστορικός (Μιχαήλ Δούκας) σε άλλο  σημείο του έργου του αναφέρει μια άλλη σκηνή που δείχνει  την ακμή και την παρακμή του Βυζαντίου:

"Ο αυτοκράτορας (Μανουήλ) στο μεταξύ βλέποντας την επιθετικότητα και την αλαζονεία του τυράννου (Παγιαζήτ), άρχισε να οικοδομεί σε κάποια τοποθεσία της Πόλης, την επονομαζόμενη  Χρυσή Πύλη, και να ανεγείρει δύο πύργους εκατέρωθεν της πύλης. Οι πύργοι αυτοί χτίστηκαν με λευκό μάρμαρο δουλεμένο και δεν έγιναν ούτε από λιθοξόους τεχνίτες ούτε με δικά του έξοδα, αλλά προέρχονταν από άλλα υπέροχα αναθήματα, αποσπασμένα από τον ναό τον αφιερωμένο στους Αγίους  Πάντες που ανεγέρθηκε από τον βασιλιά Λέοντα, τον σοφό και μέγιστο  αυτοκράτορα, και από τον  ναό των Αγίων Σαράντα, που είχε ανεγείρει με εξαιρετική τέχνη ο βασιλεύς Μαυρίκιος, και τέλος από τα ερείπια του ναού του αγίου Μωκίου, που θεμελίωσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας".

Την εθιμοτυπία και τις συνήθειες του παλατιού γνώριζε καλά και ένας άλλος ιστορικός, ο Σφραντζής, που είχε την τύχη και την  ατυχία  να υπηρετεί τους τελευταίους βυζαντινούς βασιλιάδες. Αυτοί, μετά την πτώση, κατέφυγαν στον Μιστρά όπου έλαμψε η τελευταία σπίθα της βυζαντινής εποχής. Λέει λοιπόν ο Σφραντζής, που φαίνεται ότι ήταν ο εξ απορρήτων του αυτοκράτορα:

"Μετά από λίγο διατάζει ο άγιος αυτοκράτορας τον ιματιοφύλακα του: ‘Δώσε στον Σφραντζή ένα καβάδι χρώματος μολύβδου από  καμουχά φοδραρισμένο με πολύτιμα στολίδια και να πάρει  και το σεντούκι το οποίο μου ζήτησε’. Κρατούσα, λοιπόν, ένα σεντούκι πολύ ωραίο και μεγάλο που περιείχε πολλά και όμορφα πράγματα, τα οποία μοιράστηκαν άλλα στους γιους του,  άλλα  για την αγία του ψυχή. Και στο τέλος  ζήτησα εγώ το σεντούκι και μου αποκρίθηκε τα εξής: ‘Ήταν του αφέντη μου, του αυτοκράτορα και πατέρα μου, και με την ευχή του φύλαγα μέσα σ’ αυτό πολλά και ωραία πράγματα και πολύ περισσότερα βασιλικά αντικείμενα απ’ όσα είδες. Επιθυμώ, λοιπόν, να το δώσω και εγώ στον βασιλιά  και γιό μου, ώστε να διαφυλάσσει μέσα σ’ αυτό και εκείνος με την ευχή μου τα δικά του πράγματα’. Τότε διέταξε να το κρατήσω και να το διατηρήσω με την άγια ευχή του γεμάτο από όλα τα χρήσιμα και τίμια  αγαθά αυτής της μάταιας ζωής. Η δε αγία  αυτοκράτειρα διατάζει και  μου φέρνουν μεταξωτό χιτώνα πράσινο πολύτιμο, η δε νεαρή αυτοκράτειρα μου παραγγέλλει: ‘Αυτό το ρούχο μου, όταν παντρευτείς, θα είναι της συζύγου σου’."

Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης είναι ένας από τους παλιότερους χρονογράφους και η βασική του  ενασχόληση αφορά την βασιλεία του αυτοκράτορα Μαυρίκιου, την εποχή που η αυτοκρατορία περνούσε μια μεταβατική φάση και μετασχηματιζόταν από ρωμαϊκή σε βυζαντινή, όπου η ελληνική γλώσσα και παιδεία διαμόρφωναν καθοριστικά την φυσιογνωμία του πολιτεύματος. Ο Σιμοκάττης  αρέσκεται σε μεγάλες παρεκβάσεις  που διανθίζουν την αφήγησή του, σε μια απ’ αυτές  παρουσιάζει μια σκηνή κυνηγιού που αποτελούσε έναν  από τους αγαπημένους τρόπους διασκέδασης των βυζαντινών:

"Την επομένη μέρα ο αυτοκράτορας (Μαυρίκιος) συναπαντήθηκε με ένα κοπάδι ελάφια κατά τη διάρκεια της πορείας του. Τότε οι ακόλουθοι του αυτοκράτορα έριξαν στα ζώα με τόξα και βέλη. Χτυπήθηκε λοιπόν το μεγαλύτερο ζώο της αγέλης, και φυσικά ακολούθησε άγρια καταδίωξη εκ μέρους των κυνηγών. Ενώ έδυε ο ήλιος και απομακρυνόταν το ελάφι, αποφεύγοντας το κυνηγητό με την ταχύτητα των ποδιών του, οι άλλοι μεν σταμάτησαν, ένας όμως από τους σωματοφύλακες του αυτοκράτορα κι ένας από τη φυλή των Γεπιδών συνέχισαν την καταδίωξη. Ενώ λοιπόν αυτό το ίδιο  ελάφι είχε πλησιάσει κάποιο δάσος κατά την ταχύτατη φυγή του και κρυβόταν στα φυλλώματα της λόχμης, οι άνδρες προχώρησαν μπροστά, επιδιώκοντας ακόμη περισσότερο να επιτύχουν, λόγω του ανταγωνισμού  κατά το κυνήγι. Ο Γέπις λοιπόν, βλέποντας ότι ο νεαρός φορούσε λαμπρή εσθήτα, στερεωμένη με περίτεχνη ζώνη, και ότι το άλογο του είχε χρυσά χαλινάρια, σκότωσε τον άμοιρο δολοφονώντας τον σε κάποιο φαράγγι…

(Δεν παρέλκει επίσης να εκθέσουμε την αιτία της ενεργού προνοίας, η οποία  καθημερινά διασχίζει την οικουμένη, επιβλέπει με ακούραστο μάτι τα πράγματα αυτού του κόσμου και πάντοτε παρέχει στους ανθρώπους ανταπόδοση των πράξεων), ο δράστης λοιπόν του φόνου πιάστηκε στο δίχτυ της δικαιοσύνης. Γιατί μετά από κάποιο διάστημα ήλθε στη βασιλική πόλη και έδωσε τα στολίδια της  χρυσής  ζώνης σε έναν τεχνίτη χρυσουργό για να τα λειώσει. Ο τεχνίτης λοιπόν, αφού θεώρησε πολύ περίτεχνα τα μέλη της ζώνης, βίαιο το σχήμα της απόσπασης και βαρβαρική την όψη του προσώπου, υποψιάστηκε ότι ο άνδρας είχε διαπράξει κάποια κλοπή".

Όπως μπορεί να κατανοήσει κανείς, η τύχη ήταν παράγοντας  καθοριστικός για την ζωή των ανθρώπων της βυζαντινής εποχής, γεγονός ορατό και σε κάποιο άλλο επεισόδιο που αφηγείται ο Δούκας:

"Ο Μεχμέτ (ο αδερφός του Τούρκου σουλτάνου Μωσή) ακολούθως περιέπεσε σε μεγάλη αγωνία και θεωρώντας τη μεταβολή της Τύχης σαν περιστρεφόμενη σφεντόνα,  είπε στον βασιλιά : ‘Άγιε πατέρα, εσύ  που ισοσταθμείς  τις πλάστιγγες και προβλέπεις τις μετακινήσεις τους, δεν με αφήνεις, παρόλο που βλέπεις την να πηγαίνει πάνω κάτω’…".

Ο  Μιχαήλ Δούκας είναι ασφαλώς  ένας από τους πιο εντυπωσιακούς χρονογράφους του Βυζαντίου ο οποίος είχε την ατυχία να ζήσει  την πτώση της Κωνσταντινούπολης  για την οποία θρηνεί και οδύρεται όπως και όλοι οι άλλοι ιστορικοί της άλωσης. Πέρα όμως απ’ αυτό το γεγονός, ο Δούκας περιέγραψε με τρόπο θαυμάσιο την άνοδο των Τούρκων που πλησίαζαν για αιώνες το Βυζάντιο μέχρι που πέτυχαν την εξολόθρευσή του. Για τον βυζαντινό ιστορικό, τα σημάδια της φύσης αποτελούσαν προάγγελο των δεινών που επέρχονταν:

"Τις ημέρες εκείνες , την ανοιξιάτική ώρα που ο ήλιος διασχίζει τους διδύμους, φάνηκε κατά τη δύση,  σημείο μεγάλο από τον ουρανό… Ήταν κομήτης λαμπρότατος, που είχε την ουρά του κάθετη και λαμπερή σαν φωτιά, μεγαλύτερη από τέσσερεις πήχεις, και έριχνε τις ακτίνες του σαν δόρυ από την δύση ως την ανατολή. Όταν μάλιστα έπεφτε ο ήλιος, τότε το μετέωρο αυτό άπλωνε τις  εξίσου λαμπρές ακτίνες του και καταφώτιζε όλα τα πέρατα της γης, μην επιτρέποντας στα υπόλοιπα άστρα να λάμψουν, αλλά ούτε και στην υπόλοιπη ατμόσφαιρα να σκοτεινιάσει ... αντιθέτως, έριχνε το φως σαν αψίδα και η φλόγα του γυάλιζε ιδιαίτερα στο κέντρο του ουρανού, ενώ οι ακτίνες του περιορίζονταν μόνον από τον ορίζοντα. Τα ίδιο μετέωρο παρατήρησαν και οι Ινδοί, οι Χαλδαίοι,  οι Αιγύπτιοι , οι Φρύγες, οι Πέρσες , οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας, οι Θράκες, οι Ούνοι, οι Δαλμάτες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί , οι Γερμανοί  και κάθε άλλο έθνος που κατοικεί γύρω από τις όχθες του ωκεανού."

Σ’  άλλο σημείο  περιγράφει  παραστατικά την επερχόμενη λαίλαπα:

"Όταν ο Ορχάν (ηγεμόνας της Φρυγίας, της Βιθυνίας και της Παφλαγονίας) άκουσε τους πρέσβεις να προφέρουν λόγια  που μιλούσαν για γαμήλιες ανταλλαγές και ανήγγειλαν πλούτη αμέτρητα, άνοιξε το στόμα του σαν βόδι διψασμένο σε καλοκαιριάτικο καύσωνα, που πίνει από λάκκο γεμάτο με κρύο νερό αχόρταγο από τη δροσιά του -  παρόμοια και αυτός, μόλις άκουσε τις προτάσεις, έχασκε με το στόμα ορθάνοιχτο, εξαιτίας της βαρβαρικής  του απληστίας".

Την πτώση του Βυζαντίου απέτρεψε την τελευταία στιγμή η σαρωτική εισβολή του Ταμερλάνου ο οποίος συνέτριψε τους Τούρκους στην περίφημη μάχη της Άγκυρας. Αφηγούμενος τις επιδρομές των Μογγόλων ο Δούκας γράφει:

"Το στράτευμα του Τεμήρ (Ταμερλάνου) κατελάμβανε… τη μια πόλη μετά την άλλη, διανύοντας ανά  την οικουμένη μία  απόσταση τριών ημερών σε μία μόνον ημέρα, πολλές φορές σαν πετούμενα πουλιά , χωρίς  να κουβαλούν τίποτε μαζί τους,  μεταφέροντας μόνον τα απολύτως απαραίτητα εφόδια που θα τους εξασφάλιζαν εύκολα τη νίκη".

Σε κάποιο άλλο σημείο ιστορεί με τρόπο γλαφυρό τις τακτικές των βαρβάρων:

"Τότε ακριβώς είχε πιάσει τόσο βαρύς χειμώνας με κρύο και χιόνι, ώστε είχαν ξυλιάσει ακόμη και τα τετράποδα ζώα, τα πετεινά του αέρα και τα ψάρια της θάλασσας,  έχοντας όλα μεταμορφωθεί σε πάγο. Έβγαινε λοιπόν (ο Ταμερλάνος) από τη μια πόλη και έμπαινε σε μιαν άλλη, εγκαταλείποντας τες τόσο έρημες, ώστε ούτε και το παραμικρό γαύγισμα σκύλου δεν ακουγόταν ούτε κακάρισμα σπιτίσιας κότας ούτε κλάψιμο μικρού παιδιού. Όπως ακριβώς ο ψαράς που πετά τα δίχτυα του  τη θάλασσα και τα τραβά  μετά από το πέλαγος προς τη στεριά, παρασέρνοντας μαζί του οτιδήποτε συναντήσει, είτε ψάρι μεγάλο είτε μικρό, είτε το φτενότερο ψαράκι και τον ισχνότερο κάβουρα, έτσι και δαύτοι απογύμνωσαν ολόκληρη την Ασία και αναχώρησαν με όλη τους τη λεία".

Για το τέλος παρατίθεται ένα απόσπασμα του Ιωσήφ Γενέσιου σχετικά με την πτώση των Συρακουσών, αυτής της πανάρχαιης ελληνικής περιοχής:

"Όταν,  λοιπόν,  ο Αδριανός (αρχηγός του βυζαντινού εκστρατευτικού σώματος) ρώτησε τον πληροφοριοδότη του από πού είχε την είδηση αυτή, ο τελευταίος απάντησε: ‘Σε απόσταση οχτώ μιλίων από εδώ και σ’ ένα  μέρος ονομαζόμενο Έλος έχω ένα κτήμα. Χτες το βράδυ, ενώ βρισκόμουν εκεί, με πλησίασαν κάποιοι βοσκοί, λέγοντας μου ότι είχαν ακούσει ντόπιους δαίμονες να λένε ότι οι Συρακούσες  κυριεύτηκαν, ότι αυτοί ήταν παρόντες στη άλωση και ως εκ τούτου  είναι αληθής η είδηση’. Ο στρατηγό όμως, μην πιστεύοντας  σ’ αυτά, ζητούσε να τα ακούσει ο ίδιος. Προς τον σκοπό αυτό μεταβαίνει στο κτήμα κατά την πρώτη ώρα (μόλις νύχτωνε) και μαζί με τους βοσκούς καταλαμβάνει τη συγκεκριμένη τοποθεσία, όπου σύχναζαν τα αερικά. Όταν κάποιος βοσκός ρώτησε τα τελευταία για την ταυτότητα τους, αυτά απάντησαν ότι ήταν ότι είχε απομείνει το χριστιανικό αίμα  στις Συρακούσες...".

Απόστολος Σπυράκης


Πηγές :
1.       Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, ‘’Ιστορία’’, Εκδόσεις Κανάκη μετάφραση Δέσποινα Τσουκλίδου, εισαγωγή σχόλια  Δημήτρης Τσουγκαράκης.
2.       Ιωσήφ Γενέσιος, ‘’Περί βασιλειών’’, εκδόσεις Κανάκη ,μετάφραση - σχόλια Παύλος Νιάβης, Εισαγωγή- επιστημονική θεώρηση της μετάφρασης Δημήτρης  Τσουγκαράκης
3.       Γεωργίου Σφραντζή, ‘’Βραχύ Χρονικό’’, Εκδόσεις Κανάκη, εισαγωγή - μετάφραση –σχόλια Δήμητρα Ι. Μόνιου
4.       Άννα Κομνηνή ‘’Αλεξιάς’’, μετάφραση Αλόης Σιδέρη, Εκδόσεις Άγρα.
5.       Μιχαήλ Δούκας ‘’Βυζαντινοτουρκική ιστορία’’, Εκδόσεις Κανάκη, μετάφραση εισαγωγή σχόλια Βρασίδας Καραλής.
6.       Μιχαήλ Ψελός Χρονογραφία εκδόσεις Κανάκη  μετάφραση εισαγωγή σχόλια Βρασίδας Καραλής.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Η σέλφι ως μεταμοντέρνο κείμενο


Διαβάστε εδώ το (ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου) κείμενό μου για μια εργασία που έγραψα στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού "Επικοινωνία και νέα δημοσιογραφία", το οποίο παρακολουθώ (τρίτο και τελευταίο χρόνο πλέον) στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το θέμα ήταν οι selfies. Όπως ήταν φυσικό για μένα, το έφερα στα νερά της λογοτεχνίας και, ιδού: "Η σέλφι ως μεταμοντέρνο κείμενο"!

Τη φετινή ακαδημαϊκή χρονιά την πέρασα γράφοντας τη μεταπτυχιακή διατριβή μου με θέμα τη σύγκριση της θεωρίας της επικοινωνίας με τη θεωρία της λογοτεχνίας: γι' αυτό σας έχω ταράξει στα κείμενα-κονσέρβα. Λίγος καιρός έμεινε, θα περάσει! Ευχαριστώ για την υπομονή.

Χριστίνα Λιναρδάκη