Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Όταν το Ωραίο συνάντησε το Υψηλό: Οι «Ανάδοχοι καιροί» της Πηνελόπης Γιώσα


...βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και την αλλάξει.[1]


Μολονότι η συλλογή είναι του 2016 και συνήθως στο στίγμαΛόγου ασχολούμαστε με συλλογές του τρέχοντος έτους και του αμέσως προηγούμενου, ήταν αδύνατο να μη γράψει για τους Ανάδοχους καιρούς. Η συλλογή είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα ποίησης που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Κατ΄αρχάς, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η πληθωρικότητα των εννοιών, των λέξεων, των εικόνων και των (ανα)παραστάσεων. Ακόμη κι αν το θέμα της Γιώσα είναι ένα ταπεινό δέντρο, όπως η συκιά, η ποιήτρια επιστρατεύει υποδειγματική καλλιέπεια και με γενναιοδωρία σκορπά όμορφες εικόνες, όπως η ακόλουθη:
Έι εσύ συκιά,
Κυρά του περβολιού
Γεννοβολάς ετοιμόγεννα πουγκιά ηδυπάθειας
Μικρά χαρτζιλίκια του ελεήμονος Θεού
Να βαραίνουν λαθραία τις τσέπες των παιδιών
Τον Αύγουστο καβάλα στα ποδήλατα
Και να δοξάζουν τη γινωμένη νιότη.
(«Η συκιά»)

Ήλιοι, φυλλώματα, σκιές, βροχή, ο άνεμος, θάλασσες, πουλιά, λουλούδια –αυτά και πολλά ακόμη στοιχεία της φύσης και της καθημερινότητας χρησιμοποιούνται σαν σύμβολα στους στίχους της Γιώσα:
Έχει μια λύσσα απόψε ο άνεμος
Λες και μύρισε τη μοναξιά μου
Κι όρμησε στο κατόπι της.
(«Ψυχανέμισμα»)

Το όνειρο και οι μνήμες, καθώς και η μελαγχολία δίνουν πολλές φορές τον τόνο στη συλλογή, η οποία επισκέπτεται πρόσωπα της μυθολογίας («Ο Πολύφημος»), αλλά και της Βίβλου («Σημεία των καιρών) και των παραμυθιών («Θα σου πω ένα παραμύθι»). Κάποιες εικόνες επαναλαμβάνονται σταθερά και μία από αυτές είναι η εικόνα της φόδρας. Η φόδρα αναφέρεται συχνά-πυκνά στα ποιήματα, είναι αυτό που δεν φαίνεται, όμως υπάρχει για να δίνει όγκο και για να απομονώνει· πρόκειται για ένα κομμάτι ύφασμα που συγκρατεί το ρούχο και δημιουργεί πτυχώσεις, π.χ. μια τσέπη. Δυστυχώς, βέβαια, μερικές φορές η φόδρα είναι  τρύπια:
Κι είναι πάντα αυτά που δεν προλάβαμε
Απλήρωτο χρέος που εκκρεμεί
«μονέδα που έμεινε για χρόνια»[1]
Να βαραίνει την τρύπια φόδρα
Του λεπτοδείκτη χρόνου.
(«Αποχαιρετισμοί»)

Μια άλλη εικόνα είναι η φλέβα, ο αγωγός του αίματος που θέλει να ενωθεί με την ποίηση:
Αυτή τη μικρή φλέβα στα δεξιά του καρπού
Πώς να την πειθαρχήσω
Που έξαλλη τινάσσεται και χτυπά
Κάθε φορά που σμίγει με την πένα;
Απελπισμένα λαχταρά να κάνει έρωτα μαζί της
Να στάξουν μελάνι στο χαρτί
Να γεννηθεί η ποίηση
Ολάκερη η ύπαρξη πίσω απ’ τις λέξεις.

Πέρα όμως από αυτήν την πρώτη ανάγνωση, που αποφέρει απλόχερα την πληθωρικότητα, την καλλιέπεια και τη θαυμαστή εικονοποιΐα της συλλογής, στοιχεία τα οποία συντείνουν στην έννοια του Ωραίου, υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, που παραπέμπει στην έννοια του Υψηλού. Σκύβοντας κανείς πάνω από τα ποιήματα, ανακαλύπτει μια άλλη αγωνία. Είναι μια αγωνία μεταφυσική, που εμπλέκει την ψυχή. Από πού ήρθε η ψυχή και πού πηγαίνει; Τι είναι εκείνο που τη βαραίνει και, αντίστροφα, τι μπορεί να είναι εκείνο που την απελευθερώνει;

Η Βιβλική Αποκάλυψη επικρέμεται σαν σπάθη πάνω από τους στίχους, ενώ ο Θεός εικονίζεται ως δίκαιος τιμωρός και ταυτόχρονα ως Παράκλητος, σαν δύναμη ενεργητική και όχι σαν απλή παρουσία, ακόμη κι όταν η βεβαιότητα της αμαρτίας ρίχνει βαριά τη σκιά της στα ποιήματα… Το ποιητικό υποκείμενο αναγνωρίζει την ανθρώπινη, και άρα ευάλωτη και διαβλητή, διάστασή του, μα δεν την απαρνιέται, ίσα-ίσα:
Μια αρμαθιά πουλιά
Ξεκλειδώνουν τις θύρες του παραδείσου
[…] Κύριε, γιατί μας έδωσες τον ουρανό;
Όσο κι αν τεντώνομαι στις μύτες των ποδιών μου
Όσες κλίμακες κι αν ανεβώ
Πάντα εμμένω στη χθόνια φύση μου
Χους, νερό και φωτιά
[…] Την ομοίωση ακόμα προσδοκώ.
(«Εικόνα δειλινού»)

Το ποιητικό υποκείμενο, που αρκετές φορές μοιάζει να ταυτίζεται με την ποιήτρια, π.χ. στα ποιήματα που αναφέρονται στη γενέθλια πόλη («Γιάννινα»), μιλά συχνά αναιρώντας τον εαυτό του, εξίσου συχνά αναιρώντας και τους άλλους, σε μια κίνηση πλήρη ειρωνείας, όπως στα γειτονικά ποιήματα “Merry Christmas” και «Αμαρτωλές πολιτείες». Η υπονόμευση του εαυτού, που παράγεται με αυτόν τον τρόπο, αφηγείται την πορεία της ψυχής μέσα από στενά, δύσβατα μονοπάτια που θα έπρεπε να οδηγούν στον παράδεισο, αλλά μάλλον απομακρύνουν από αυτόν. Τελικά, η λύτρωση ίσως να μην έρθει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθεί το αγαπημένο μου ποίημα «Αυτός ο έρωτας»:

ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Αυτός ο έρωτας
Δε θα γνωρίσει ποτέ την Άνοιξη
Ζει μες στο Φθινόπωρο,
Κάτω από κουμπωμένα πανωφόρια
Και τραγιάσκες που καλύπτουν το μέτωπο.

Δε θα μάθει ποτέ πώς κοιμάσαι και πώς κοιμάμαι
Αν απλώνω τα κρύα μου πόδια τη νύχτα
Στα δικά σου
Αν μ’ αρέσει να πλαγιάζω ανάσκελα
Σε στάση προσοχής προς τον ουρανό
Προβάροντας την αιώνια ανάπαυση
Ή αν προτιμώ την ευάλωτη στάση εμβρύου
Γιατί κι οι δυο αρκούμαστε
Σ’ ένα γοργό συναπάντημα των χνώτων
Σε μια συνεύρεση επιπόλαια, βιαστική
Διασχίζοντας μονοπάτια κακότραχαλα κι επικίνδυνα
Αφήνοντας τις λεωφόρους να μένουν ορθάνοιχτες
Για τους ρομαντικούς και τους ονειροπόλους.








[1] Στίχοι από τον «Τελευταίο σταθμό» του Γιώργου Σεφέρη.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

"Το βουνό των πελαργών" του Μίροσλαβ Πενκόφ

Ένας νεαρός Βούλγαρος, φοιτητής στην Αμερική, επιστρέφει στην πατρίδα για να βρει τον παππού του, που εδώ και χρόνια έχουν χαθεί τα ίχνη του, και να πουλήσει τα χωράφια του. Η αναζήτησή του τον οδηγεί σε ένα μικρό χωριό στα σύνορα με την Ελλάδα και την Τουρκία, ψηλά στα βουνά της Στράντζας, ένα μυστηριώδες μέρος όπου επιβιώνουν οι αρχαίες παγανιστικές παραδόσεις, όπου χορεύουν κάθε άνοιξη οι αναστενάρηδες και όπου μαύροι πελαργοί φωλιάζουν στις θεόρατες βελανιδιές. Εκεί θα εμπλακεί στον αγώνα του παππού του για τη διάσωση του χωριού, θα ερωτευτεί το λάθος κορίτσι και θα βυθιστεί σε έναν κόσμο που ανήκει στο παρελθόν, είναι όμως ακόμη ζωντανός.

Αυτή είναι η περιγραφή του βιβλίου στο οπισθόφυλλο και αυτό είναι ακριβώς που θα διαβάσει κανείς αν το αγοράσει. Βάσει της περιγραφής, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι άλλο ένα στην ατέλειωτη σειρά βιβλίων που μιλούν για μέρη όπου η ιστορία δεν έχει αφήσει ποτέ σε ησυχία, όπου τα σύνορα και οι φυλές δεν είναι σταθερά, όπου οι θρησκείες μαλώνουν η μία με την άλλη για τα μεταθανάτια εύσημα και όπου ένα αγόρι ερωτεύεται το λάθος κορίτσι.

Όμως ο Πένκοφ δεν φτιάχνει άλλο ένα τέτοιου είδους αφήγημα. Στο δικό του αφήγημα, η ιστορία δεν είναι πραγματική, παρ' όλα αυτά από την αρχή ως το τέλος του βιβλίου είσαι πεπεισμένος ότι είναι. Το ανύπαρκτο χωριό του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα χωριό στα σύνορα Ελλάδας, Τουρκίας και Βουλγαρίας και οι κάτοικοί του θα ήταν μουσουλμάνοι ή χριστιανοί - θα ήταν το ίδιο σε οποιοδήποτε χρονικό κομμάτι της ιστορίας αν τους τοποθετούσες, μιας και ο χρόνος είναι μία απόλυτα σχετική έννοια μέσα στο κείμενο. 

Αυτό που έχεις διαρκώς την αίσθηση ότι παραμένει σταθερό και πραγματικό είναι το βουνό, οι πελαργοί και η φλόγα των αναστενάρηδων, που στην ουσία ορίζει τον κύκλο του χρόνου. Ακόμη και ο έρωτας εντάσσεται σε κύκλους, στον κύκλο της φωτιάς και τον κύκλο μετανάστευσης των πελαργών. Συνειδητοποιείς ότι δεν έχει σημασία αν μιλάς για τη Λενιώ ή την Ελίφ, αν ακούς τον χριστιανό παπά ή τη φωνή του ιμάμη, αν οι εικόνες των αναστενάρηδων έχουν πάνω τον "Αι Κόστα" και την Αγία Ελένη ή κάποιους άλλους, αλλά αν αυτός ο κύκλος θα σπάσει ή θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται αέναα, όπως σε όλα τα παραμύθια. 

Και στην ουσία αγωνιάς γιατί σε κανένα παραμύθι δεν θες ένα κακό τέλος, όμως το τέλος είναι πάντα κακό, γιατί το τέλος προϋποθέτει πάντα την αλλαγή και η αλλαγή δεν είναι πάντα καλή για τους μύθους. Και ο μύθος στο βουνό των πελαργών είναι εκεί από την αρχή, κυρίαρχος και ριζωμένος, ίσως πιο ριζωμένος από τις θρησκείες, αξεχώριστος από την πραγματικότητα και ασυνείδητα συνακόλουθος της ιστορίας και του έρωτα. 

Στο τέλος, μένεις να αναρωτιέσαι αν ο κύκλος έσπασε τελικά ή όχι και αν τα σπίτια που γκρεμίστηκαν για να γίνουν ανεμογεννήτριες είναι το τέλος ή ή αρχή ενός άλλου κύκλου, φαινομενικά διαφορετικού αλλά στο βάθος όμοιου. Γιατί πάντα κάποιοι θα καίγονται, όταν πατούν τη φωτιά, και κάποιοι άλλοι όχι, γιατί πάντα οι πελαργοί θα ξαναγυρίζουν, ένας άλλος νεαρός θα αγαπήσει μία άλλη λάθος κοπέλα και ένας παππούς θα λέει φανταστικές ιστορίες (ή πραγματικές ιστορίες που θα μοιάζουν φανταστικές) στο εγγόνι του σε όποιο σημείο της γης κι αν θα είναι αυτό.

Μαρία Γενιτσαρίου

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

"Άχρονη μετάβαση" του Γρηγόρη Σακαλή


Σε αυτήν τη νέα του ποιητική συλλογή, ο Γρηγόρης Σακαλής ασχολείται με δύο βασικούς θεματικούς άξονες: ο ένας είναι το άτομο ως οντότητα, με τα πάθη, τα θέλω και τα πρέπει του· ο άλλος είναι το κοινωνικό σύνολο και ο ρόλος του ατόμου μέσα σε αυτό, προκειμένου το σύνολο να μπορεί να λειτουργεί εύρυθμα, ισόνομα και με δικαιοσύνη.

Στον πρώτο θεματικό άξονα, διαπιστώνουμε τον ιδιαίτερα όμορφο τρόπο του ποιητή να αφηγείται πλήρεις ιστορίες μέσα στην έκταση ενός ολιγόστιχου ποιήματος, τον οποίο είχα επισημάνει και στην ανάγνωσή μου της προηγούμενης συλλογής του. Αναφέρω χαρακτηριστικά το ποίημα «Διαδρομή», από το οποίο παραθέτω λίγους στίχους:
Δρόμοι στενοί
Είναι οι δρόμοι μας
Τοίχοι γεμάτοι
Με παλιές αφίσες
Σπίτια ετοιμόρροπα
Στεγάζουν την ιστορία μας
Ματωμένα και σκισμένα ρούχα
Απ’ τη δουλειά
Απ’ τους αγώνες
Είναι στην γκαρνταρόμπα μας

Τα ποιήματα της συλλογής που εντάσσονται σε αυτόν τον άξονα χαρακτηρίζονται από ανεπαίσθητη θλίψη γι’ αυτό που χάθηκε και που δεν είναι άλλο από τον χρόνο, την ευκαιρία ή τη νεότητα. Ο ποιητής οραματίζεται ουτοπίες, όπως στο ποίημα «Όνειρο»:
Οι στρατοί διαλύθηκαν
Και οι φαντάροι βγάλαν το χακί
Γύρισαν σπίτια τους
Να οργώσουν τη γη
Ν’ αγαπήσουν
Όμορφα νεαρά κορίτσια

Ορισμένες φορές γίνεται αφηγηματικός, υπακούοντας στην ανάγκη ή τη βούλησή του να παραθέσει την ιστορία του ανεπτυγμένη. Ωστόσο, διατηρεί τα ποιήματά του απλά, φροντίζοντας να τους προσδώσει βάθος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αρκετά ποιήματά του αναδύονται ως ψυχικά ενσταντανέ της καθημερινότητας – μεταξύ αυτών και το «Ένα πλάσμα», όπου η ομορφιά της νεότητας προβάλλει ως κάτι το απροσπέλαστο, γεγονός που ωθεί τον ποιητή να βιώσει την απόρριψη. Το ίδιο συμβαίνει και στο ποίημα «Άρωμα». Τα ποιήματα αυτά αποκαλύπτουν επίσης την προσωπική του αίσθηση του χρόνου, ως μιας δυνατότητας που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Και βέβαια, ως συνέπεια αυτής της αίσθησης, μια μοναχικότητα πλανάται στον αέρα...

Η προσωπική αίσθηση του χρόνου του ποιητή είναι όχι απλά βιωμένη, αλλά επιγεγνωσμένη: ο Σακαλής έχει πλήρη επίγνωση του χρόνου που κύλησε και χάθηκε. Σε ορισμένα ποιήματα, όπως το «Κοντά στο τέλος», η επίγνωσή του αυτή γεννά τη ματαίωση, σε άλλα όμως ποιήματα, όπως το ομότιτλο της συλλογής, η επίγνωση γίνεται η αφετηρία για αναβάπτισμα και μια νέα αρχή. Αυτού του είδους η αμφιθυμία είναι διάχυτη στη συλλογή: ο ποιητής συχνά βλέπει τα πράγματα και από τη φωτεινή και από τη σκοτεινή τους πλευρά και γι' αυτό φταίει ίσως η διάθεση της στιγμής ή τα «συμφραζόμενα», οι συνθήκες μέσα στις οποίες γράφεται το ποίημα. 

Όσον αφορά τον δεύτερο θεματικό άξονα της συλλογής, ο ποιητής εμφανίζεται ιδιαίτερα μαχητικός, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Ανάγκη για τη ζωή»:
Οι λύσεις
Δεν θα πέσουν απ’ τον ουρανό
Άνθρωποι θα τις βρουν
Σαν εσένα
Σαν εμένα
Σαν όλους μας
Καιρός να το καταλάβουμε

Εμφανίζεται επίσης ιδιαίτερα ευαίσθητος και αφυπνισμένος σε θέματα όπως αυτό της διαφορετικότητας, όπως π.χ. στο ποίημα «Οι άλλοι»:
Είναι μερικοί άνθρωποι
Ίσως οι περισσότεροι
Που ζουν για να βασανίζονται.
Παιδιά που δουλεύουν
Γυναίκες κακοποιημένες
Απλήρωτοι εργάτες
Άνεργοι
Τοξικομανείς
Φυλακισμένοι για τις ιδέες τους
Δεν έχει τέλος ο κατάλογος.

Ορισμένες φορές δεν αποφεύγει έναν διδακτικό τόνο, όπως στο ποίημα «Ελπίδα». Άλλες πάλι βλέπει τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων, όπως στο ποίημα «Διαδρομή», απ’ όπου οι ακόλουθοι στίχοι:
Τους στόχους μας δεν πετύχαμε
Μα κάτι καταφέραμε
Δώσαμε στη ζωή μας νόημα
Βάψαμε τα όνειρά μας
Με έντονα χρώματα
Και το ψωμί γλύκανε.

Τη συλλογή κλείνει ένα ποίημα από την κοινωνική συνιστώσα, με τίτλο «Το νόημα της ζωής»:
Δεν θέλουμε συμβουλές
Δεν θέλουμε άδικες θυσίες
Δεν θέλουμε να μας μιλούν
Με πατρικό ύφος.
Θέλουμε τη ζωή
Ελευθερία κι αξιοπρέπεια
Να χτίσουμε το δικό μας παράδεισο
Επί της γης.

Η συλλογή δεν περιέχει κλισέ και αυτό τη διαφοροποιεί σημαντικά από την προηγούμενη συλλογή του ποιητή, το Κυτίο κρυφών ονείρων. Είναι σημαντικό ότι δεν μίλησα πουθενά για ποιητικό υποκείμενο, αφού η συλλογή δημιουργεί στον αναγνώστη τη βεβαιότητα ότι παντού μιλά ο ίδιος ο ποιητής. Από αυτήν την άποψη, η όποια ανάγνωσή της ταυτίζεται μαζί του και το ποίημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητα από αυτόν.

Τεχνικά, θα ήθελα οι στίχοι να είχαν δουλευτεί περισσότερο, για παράδειγμα οι λέξεις να ήταν πιο προσεγμένες, γιατί αυτό θα συνέτεινε σε ένα αρτιότερο αποτέλεσμα. Έστω κι έτσι, όμως, ο Σακαλής διατηρεί στο ακέραιο την ικανότητά του να συγκινεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Το "Έρεισμα"

Το πιο πρόσφατο τεύχος αρ.42(3)
Το Έρεισμα και η Ομπρέλα ήταν τα δύο πρώτα περιοδικά τα οποία δημοσίευσαν άρθρα μου. Ειδικά ο Χρήστος Μαχαιρίδης, εκδότης του Ερείσματος, εκτός από άρθρα, με εμπιστεύθηκε να πάρω και συνεντεύξεις για λογαριασμό του περιοδικού κι έτσι βρέθηκα, σε ηλικία 20κάτι μόλις ετών, να κρατάω ένα κουτί γλυκά και να χτυπώ το κουδούνι της θρυλικής Κωστούλας Μητροπούλου που δεν αποκλείεται το όνομά της να μη σας θυμίζει σήμερα κάτι, μόλις όμως σας πω ότι είναι εκείνη που έγραψε το "Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία" θα καταλάβετε αμέσως, αν όχι για ποια σας μιλάω, το μέγεθος του θρύλου που αποτελούσε.

Μεσολάβησαν αρκετά χρόνια από τότε και πολλά, πάρα πολλά ενδιαφέροντα άρθρα που δημοσιεύτηκαν στο Έρεισμα. Θα αναφέρω, ενδεικτικά, τα: "Ο ελληνικός τύπος στη Μαύρη Θάλασσα" (τεύχος 2), "Κρητική μαντινάδα: Ορισμός, γλώσσα, μετρική, ομοιοκαταληξία" (τεύχος 5-6), "Ο Μάνος Χατζηδάκης για τον Λουδοβίκο των Ανωγείων" (τεύχος 9), "Συμβολικές και χωρικές πραγματώσεις του μύθου του Οιδίποδα" (τεύχος 14-15), το αφιέρωμα στον Μεταμοντερνισμό που επιμελήθηκα στο ίδιο τεύχος,  "Το μέλλον των cartoon συναντά τα χρόνια της αθωότητας" (τεύχος 17).

Το Έρεισμα δημοσιευόταν πάντα στα Χανιά, όμως τα πρώτα έτη είχε πανελλήνια κυκλοφορία. Πρωτοεμφανίστηκε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων τον Απρίλιο του 1995. Πέρα από το ενδιαφέρον περιεχόμενό του, βασικό χαρακτηριστικό του ήταν η καλαισθησία. Το στήσιμο και η καλλιτεχνική επιμέλειά του γινόταν από το αρχιτεκτονικό γραφείο Anamorphosis και η αισθητική αρτιότητα του περιοδικού ήταν υποδειγματική, το ίδιο και η τυπογραφία του.

Το περιοδικό σταμάτησε να βγαίνει στο διπλό τεύχος 38-39, το οποίο σηματοδότησε το τέλος της πρώτης του περιόδου. Όμως, το 2017 το Έρεισμα άρχισε να κυκλοφορεί ξανά! Ασπρόμαυρο πλέον, με εξίσου άρτια αισθητική, παρ' ότι δεν συνεργάζεται πια με την Anamorphosis. Όπως έγραψε και ο Χρήστος Μαχαιρίδης στο εκδοτικό σημείωμα του τεύχους 40(1): "Ας μην αναζητήσουν στο τεύχος αυτό οι φίλοι του περιοδικού το Έρεισμα των χρόνων που πέρασαν, αλλά το Έρεισμα του σήμερα. Αυτό δεν αφορά τους σκοπούς του περιοδικού, αλλά τις σημερινές πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες που δεν επιτρέπουν την έκδοση ενός περιοδικού εφάμιλλου με το Έρεισμα της δεκαετίας του 2000, που συγκαταλέγεται επάξια στις πρώτες θέσεις των περιοδικών εντύπων λόγου και τέχνης".

Οι σκοποί του αναφέρονται λίγο παρακάτω: "Το Έρεισμα βυθομετρά το παρελθόν και κοινωνεί το παρόν. Παγιδεύει την απάτη και την παραπληροφόρηση. Σαστίζει την πλήξη και τροφοδοτεί με το αίμα του την ελπίδα. Κατοικεί στις πληγές του πολιτισμού μας αναζητώντας Θεσπιείς" και είναι ίδιοι κι απαράλλαχτοι με εκείνους του τεύχους αρ. 1.

Δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ τον πρόλογό μου στο τομίδιο των περιεχομένων του περιοδικού για τα τεύχη 1-29: "Όλα ανασυντάσσονται υπό το φως του ήλιου, υπό το φως της επιθυμίας, της τέχνης και της γλώσσας. Παίρνουν νέα μορφή στο φιλόξενο περιβάλλον μιας ψυχής, ενός περιοδικού. Προβληματισμοί για τον πολιτισμό, αναφορές στις αλησμόνητες πατρίδες, στις πόλεις της Κρήτης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας, δηλώσεις αποφασιστικές για την πορεία του περιοδικού, δεμσμεύσεις, ποίηση, γλυπτική, φωτογραφία, γελοιογραφία, τόνοι από θέατρο, ζωγραφική, πεδία μαχών, μνήμες που άλλοτε πονούν και άλλοτε λυτρώνουν, τόνοι φιλοσοφίας, αποχρώσεις λογοτεχνίας, όνειρα, έρωτας, έρωτας, έρωτας. Το οδοιπορικό ενός περιοδικού, η ψυχή του εκδότη ανεμισμένη στις σελίδες του, χαρτογραφημένη στα εκδοτικά σημειώματα. 

Η ζωή μας πράγματι αρχίζει εκεί που τελειώνουν τα όνειρά μας".

Και όχι μόνο. Καλώς μας επέστρεψες Έρεισμα!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Πέντε τραγούδια του Townes van Zandt (τραγουδιστή της country)

Ανέβηκα από τον Μισσισσιππή μέχρι τα καναδικά σύνορα
Κι από κει κατέβηκα στον κόλπο του Μεξικού
Ακολουθώντας τον ήλιο δυτικά κατά την Καλιφόρνια
Και δεν έμεινε μέρος πια να πάω

Ένα μοναχικό χρόνο στο Μέιν πέρασα κι ένα στη Λουϊζιάνα
Πήρα τα μπαγκάζια μου και τράβηξα δυτικά
Περιπλανήθηκα νότια μέσα στο Τέξας ως το Ελ -Πάσο
Πέρασα μια βδομάδα σε μια βρωμερή φυλακή του Χουαρέζ

Στη Νεβάδα τριγυρνούσα τζογάροντας όλη την ώρα
Ανέβηκα στην Ντακότα όταν  ένιωσα ότι με καλούσε
Έμεινα εκεί ώσπου οι βόρειοι άρχισαν να κατηφορίζουν
Κι όταν το καλοκαίρι γύρισε στο φθινόπωρο γύρισα  κατά το νότο

Στο βορρά στην ανατολή και στο νότο όταν μεγάλωνε το μπαμπάκι
Κατά τη δύση όπου ο ήλιος ποτέ δε γέρνει
Τσάκισα τη μέση μου για ένα δολάριο τη βδομάδα σε μια φυτεία ζαχαροκάλαμου στο Τέξας
Και δούλεψα στα ορυχεία της Μινεσότα

Είδα τα πεινασμένα παιδιά σας να φωνάζουν τις μανάδες τους να κλαίνε
Μια πόρνη ξέθωρη να παρακαλάει για μια δεκάρα
Αγόρια να γίνονται άντρες έτοιμοι να δώσουν τις ζωές τους
Για  μια  σιχαμερή μποτίλια  κόκκινο κρασί

Ανέβηκα από τον Μισσισσιππή μέχρι τα καναδικά σύνορα
Κι από και κατέβηκα στον κόλπο του Μεξικού
Ακολουθώντας τον ήλιο δυτικά κατά την Καλιφόρνια
Και δεν έμεινε μέρος πια να πάω.

To "Big country blues", από τα πιο ωραία τραγούδια του Townes van Zandt, ενός  από τους πιο ταλαντούχους τραγουδοποιούς της αμερικανικής μουσικής κάντρυ. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ταξιδεύοντας και ζώντας στο περιθώριο, όπου πάλευε με τον αλκοολισμό, τα ναρκωτικά και την κατάθλιψη. Η μουσική ήταν το καταφύγιό του, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να εξαργυρώσει την ικανότητά του σε αυτήν, καθώς ζούσε πάντα απομονωμένος και δεν του άρεσε η δημοσιότητα. Εκτός από τα δικά του κομμάτια, τoυ άρεσε να τραγουδά και κομμάτια του  Μπομπ Ντύλαν, των Ρόλινγκ  Στόουνς, αλλά και παραδοσιακά όπως "Ο κούκος", ένα  αγγλοσαξονικό, παλιό τραγούδι που ερμηνεύθηκε και από  τον Ρόρυ Γκαλαχερ. Ωστόσο, η ερμηνεία  τoυ Van Ζandt είναι σαφώς  καλύτερη



Ένα όμορφο πουλί είν’ ο κούκος, που κελαηδά καθώς πετάει.
Μηνύματα  χαρούμενα φέρνει  και ψέματα δε λέει.

Λέει ο Jack ο Diamonds, σε ξέρω καλά Jack ο Diamonds
Σε ξέρω απ’  τα παλιά
έκλεψες τις τσέπες μου, έκλεψες τις τσέπες μου
απ’ το ασήμι και το χρυσάφι τους.

Δεν κάνω για δουλειά, είμαι πολύ τεμπέλης
Ούτε για ζητιανιά κάνω, δε φτουράει.
Να κλέβω τρένα  πολύ επικίνδυνο,

Γι’  αυτό και τόριξα στον τζόγο.
Tζογάρισα   στην Αγγλία κι ύστερα στην Ισπανία κάτω.
Φίλε, ποτέ δε μου ’δωσε τίποτα,  εκτός από ντροπή κι έξαψη.

Γι’  αυτό και θα τραβήξω  κατά το βουνό του φονιά.
Να φτιάξω ένα καζάνι για  να βγάζω πιοτό.
Να στο πουλώ  τα πέντε γαλόνια δυο δολάρια.

Θα 'χω  μπέικον για την πείνα,  ουίσκι για τη δίψα.
Τη   γυναίκα να μ’ αγαπά, το θεό για το θάνατο μου.

Λοιπόν, ο κούκος είν’ ένα όμορφο πουλί που κελαηδά καθώς πετάει
Μα ποτέ δε θα τον ακούσεις να τραγουδά πριν τη τελευταία μέρα  του Ιούλη.

Ο Townes Van Zandt καταγόταν από μια εύπορη οικογένεια  και οι συχνές μετακινήσεις του δικηγόρου πατέρα του τον έκαναν να αγαπήσει τα ταξίδια από μικρή ηλικία. Παρ’ όλο που δεν έβλεπε συχνά την μητέρα του, ήταν δεμένος μαζί της κι ένιωθε τύψεις που δεν μπορούσε να  βρίσκεται πιο συχνά κοντά της. Το "One dollar bill  blues" από τον δίσκο Flyin’ shoes (1978)  είναι ένα παλιό τραγούδι που είχε ακούσει από τη γιαγιά του και ήταν το μοναδικό που δεν άντεχε να ακούσει η μητέρα του:



Αν είχα ένα δολάριο
Θα κατέβαινα σίγουρα στην πόλη
Να πιω του θανατά
Το ξημέρωμα.

Μια κοκκινομάλα το μωρό μου
Φίλε, κάνει τα σκέλια  μου να τραγουδάνε
Ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι θα της πάρω
Το ξημέρωμα

Η μάνα μου ήταν ένα χρυσό κορίτσι
Της έσκισα το λαιμό για να πάρω τις πέρλες της
Ύστερα κυλίστηκα  στη δίνη 
Μπροστά σε μια αγέλη από ζώα

Είναι μακριά μέχρι το δρόμο του Harland
Όπου μ’ έπιασαν φορτωμένο με πολύ πράγμα
Και δεν θα καταφέρω να σώσω τη ψυχή μου
Ως το ξημέρωμα

Τζογαδόρος ήμουν πάντοτε
Που έριχνε τα ζάρια  και με τα δυο του χέρια
Στο εφτάρι όλα τα λεφτά 
Το ξημέρωμα

Το ουίσκι θα είναι  το κρεβάτι του θανάτου μου
Πες μου που να γείρω το κεφάλι
Δεν θα πιάσουν τόπο όσα μου είπε εκείνη
Το ξημέρωμα

Η μεγαλύτερη του επιτυχία ήταν το "Pancho and Lefty", που αναφέρεται στην ιστορία του θρυλικού Pancho Vila  και στον τρόπο που πιάστηκε μετά από "κάρφωμα" του φίλου του Lefty, σύμφωνα με τον σχετικό μύθο:

Ζώντας έξω στο δρόμο φίλε μου
Θα έμενες  καθαρός κι ελεύθερος
Τώρα φοράς το δέρμα σου σαν πανοπλία·

Η ανάσα σου σκληρή σαν κηροζίνη

Δεν ήσουν το μοναδικό παιδί της μάνας σου
Φαίνεται όμως, ήσουν το αγαπημένο της
Άρχισε να κλαίει όταν της είπες  αντίο
Για να βυθιστείς στα όνειρα σου

Ληστής ήταν ο Πάντσο,  παιδιά
Το άλογο του γρήγορο σαν ατσάλι γυαλιστερό
Φορούσε το πιστόλι έξω απ’  το παντελόνι του
Για να το νιώθει όλος ο τίμιος κόσμος
Ο Πάντσο βρήκε το μάστορα του, ξέρεις
Στις ερημιές κάτω στο Μεξικό
Κανείς  δεν άκουσε τα τελευταία του λόγια
Έτσι πάει το πράγμα φίλε μου

Όλοι οι ομοσπονδιακοί είπανε
Ότι τον είχαν όποτε ήθελαν
Απλά τον άφησαν να περιπλανιέται
Από ευγένεια, υποθέτω

Ο Λέφτυ, δεν μπορεί να τραγουδήσει τα μπλουζ
Όλη τη νύχτα όπως συνήθιζε
Η σκόνη που δάγκωσε ο κακομοίρης Πάντσο  κάτω στο νότο
Κατέληξε στο στόμα του Λέφτυ
Τη μέρα που έθαψαν τον Πάντσο
Ο Λέφτυ την κοπάνησε  για το Οχάιο
Αφού πήρε μια καλή μπάζα
Κανείς δεν τον ξέρει εκεί πέρα.

Μπορεί να βασανιζόταν από τους εφιάλτες του αλκοολισμού και των ναρκωτικών, αλλά όταν ήταν νηφάλιος, μπορούσε να γράψει τραγούδια θαυμάσια σαν το "Kathleen":



Είναι φανερό ότι ο ήλιος δε θα λάμψει σήμερα
Όπως και νa 'χει  δεν έχω  όρεξη για λιακάδα
Μπορεί να τρελαθώ
Πρέπει  να σβήσω τον πόνο μου
Ή μπορεί να πάω να δω την Καθλίν

Ένα χελιδόνι έρχεται και μου μιλά για τα όνειρα της
Λέει ότι θα ήθελε να ξέρει τι σημαίνουν
Νιώθω ότι θα μπορούσα να πεθάνω
Βλέποντας το να περνά πετώντας
Καθώς καβαλά  τον βόρειο άνεμο για να δει την Καθλίν

Τα άστρα κρέμονται ψηλά, οι ωκεανοί βρυχώνται
Το φεγγάρι έρχεται να μ’  οδηγήσει στην πόρτα της
Κρύσταλλοι  κατά μήκος της άμμου
Τα κύματα  παίρνουν τo χέρι μου
Σύντομα θα δω την γλυκιά μου Καθλίν

Σύντομα θα δω την γλυκιά μου Καθλίν.


Επιλογή-μετάφραση:
Απόστολος Σπυράκης


Πηγές
1. https://genius.com/Townes-van-zandt-big-country-blues-lyrics
2. http://thecommonroomblog.com/2012/04/townes-van-zandt-sings-the-cuckoo.html
3. http://thecommonroomblog.com/2012/04/townes-van-zandt-sings-the-cuckoo.html
4. https://www.azlyrics.com/lyrics/rorygallagher/thecuckoo.html
5. https://genius.com/Townes-van-zandt-dollar-bill-blues-lyrics
6. https://genius.com/Townes-van-zandt-pancho-and-lefty-lyrics
7. https://genius.com/Townes-van-zandt-kathleen-lyrics
9. https://www.youtube.com/watch?v=xsOwuVQ4VUQ