Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

"Τα βράδια πάνω απ' τα πουλιά" της Χαράς Ναούμ



 
Να βγαίνει η νύχτα από τα δέντρα
όπως βγαίνει η ψυχή απ’ τα πουλιά[1]

Αποφάσισα να ξεκινήσω την παρουσίαση της συλλογής Τα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά με τους συγκεκριμένους στίχους (είναι από το ποίημα «Τέλος – πευκοβελόνα») γιατί δίνουν μια καλή συνολική εικόνα της δουλειάς της Χαράς Ναούμ, και καθρεφτίζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά της.

Η πρωτοτυπία και τελικά το ξάφνιασμα του αναγνώστη που προκύπτει από τον συγκερασμό «απομακρυσμένων» λέξεων είναι ένα από τα σταθερά στοιχεία μιας συλλογής που αν μη τι άλλο δεν στερείται συνέπειας στο λόγο. Διάλεξα αυτούς τους δύο στίχους επειδή σχεδόν «είδα» να παράγεται ήχος: ένα άκουσμα κάπου ανάμεσα στο ψυχανέμισμα και τη σιωπή, αυτή τη σιωπή που προηγείται αλλά και έπεται της ανάσας, ανεπαίσθητη αλλά αναμφίβολα παρούσα. Από την άλλη μεριά βέβαια, το συγκεκριμένο ποίημα υποφέρει από μια ασάφεια που ενώ δεν είναι καταστροφική, είναι αρκετά ισχυρή ώστε να μην μπορεί κανείς να την παρακάμψει, και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζεται αρκετά συχνά και σε άλλα ποιήματα.

Η Χαρά Ναούμ έχει μια αποσπασματική οπτική στα πράγματα, όχι όμως και φωτογραφική, θα έλεγε κανείς ότι συνειδητά αγνοεί τις συνολικές εικόνες για να επικεντρωθεί στα θραύσματα. Δεν της λείπει ο ρεαλισμός, αντίθετα, θα έλεγα ότι γράφει μια σύγχρονη ποίηση ενός ανθρώπου με τους προβληματισμούς και τις ισοπεδωτικές ανασφάλειες της ηλικίας της: οι συνθήκες της ζωής στην Ελλάδα είναι τέτοιες που δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια άλλωστε. Μπορεί η ποίηση που συναντά κανείς στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά να είναι κατά κάποιο τρόπο περιγραφική, αλλά η ποιήτρια διεκδικεί σθεναρά την υποκειμενικότητα της ματιάς της και την αυθεντικότητα της εκάστοτε διήγησης.
Εκτός από την προσέγγιση της πραγματικότητας, της αντικειμενικής και της όποιας άλλης, η Χαρά Ναούμ δημιουργεί ένα ποιητικό «εμείς» που ταυτόχρονα την περιλαμβάνει και την διαφοροποιεί ως εκφραστή της συγκίνησης και της εκάστοτε ανατροπής. Δίνει την αίσθηση ότι διατηρεί με ευλάβεια ίσες αποστάσεις τόσο από τα ποιήματα όσο και από τους αναγνώστες, με σεβασμό στα όρια, τα δικά της και των άλλων, ακόμα και των ίδιων της των στίχων. Εμπλέκεται λιγότερο για να προβληθεί και περισσότερο για να ψηλαφήσει τα συμβαίνοντα και να τα απεικονίσει, κάποιες φορές ιμπρεσσιονιστικά, με σκοπό άλλες φορές την κατανόηση και άλλες την αποδοχή.
Μια πιο γενική ματιά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αναγνώστης συναντάει πολύ καλούς στίχους όπως για παράδειγμα:

            Αν δεις πάνω στα λιθόστρωτα
            Υπάρχει μια αντανάκλαση ουρανού που δεν διαμαρτύρεται[2]

σε συνολικά μετριότερα ποιήματα, και ενώ το σωστό ένστικτο είναι εκεί, κάποιες φορές οι ισορροπίες ανάμεσα στην σαφήνεια και την εσωστρέφεια των συμβολισμών κάπου χάνονται. 

Το πέρασμα του χρόνου δεν ασκεί τον καταλυτικό του ρόλο όπως συμβαίνει συχνά στις συλλογές που έχω διαβάσει τελευταία, υπάρχει όμως ως στοιχείο πορείας και επαναπροσδιορισμού των σταθερών. Δίπλα σε ποιήματα χωρίς έντονη χρονική υπόσταση, συναντά κανείς άλλα που είναι σαν να γράφτηκαν για να στερεώσουν μια χρονική στιγμή μέσα στο σύμπαν, να παγώσουν τις συγκινήσεις και να προφυλάξουν τις εύθραυστες σκέψεις. Συμβαίνει κάποιες φορές οι συσχετισμοί που δημιουργούνται ανάμεσα στον χρόνο και τον όποιο ρεαλισμό να γεννούν ποιήματα «σουρεαλιστικά» με την αρνητική έννοια του όρου: η κατανόηση δέχεται πλήγμα και η επαφή του δημιουργού με τον αναγνώστη μπορεί να διασαλεύεται, αλλά στον αντίποδα αυτού η Χαρά Ναούμ βρίσκει τον χώρο να εξερευνήσει τους δρόμους της φαντασίας της.
Μια πιο στενή σχέση των ποιημάτων με τους τίτλους που τους έχουν δοθεί θα βοηθούσε στην κατεύθυνση της κατανόησης, στο κάτω-κάτω οι τίτλοι είναι καθαρά στην κρίση του δημιουργού, δεν είναι υποχρεωτικοί, κάτι που θεωρητικά σημαίνει ότι βρίσκονται εκεί για να ενισχύσουν τη δομή και την συνάφεια. 

Παρόλο που δεν έχω διαβάσει την πρώτη της συλλογή ώστε να δω αν υπάρχει εξέλιξη στη γραφή και τη σκέψη, είναι γεγονός ότι τα θετικά στοιχεία υπερισχύουν των αρνητικών. Στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά, η Χαρά Ναούμ δείχνει ότι έχει άγκυρες στο παρόν και στην πραγματικότητα, αλλά ότι τα μετουσιώνει και τα δύο σε κάτι που τα ξεπερνάει: μπορεί έτσι να τους εξασφαλίσει μια πορεία στο μέλλον. 

Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΕΡΩΤΙΚΟ[3]

Τα παλιά τρένα λένε
έγιναν επίσημα
είδος προς εξαφάνιση
τα γδέρνουν οι κερδοσκόποι
για τα περίφημα βαγόνια τους
ή τη μεταλλική σιωπή
ελλείψει επιβατών
-οι ράγες κλαίνε ανέγγιχτες

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ[4]

Κόλλησα πάνω μου την ποίηση σαν σώμα ξέντυτο
άχρωμο ερμαφρόδιτο
Το έσφιξα και το φύσηξα
κατά πως ρίχνει καταπάνω μας ο αέρας
τις οσμές των μόνων
-ίσως αυτό να είναι το μόνο λάθος που διαπράξαμε όλοι
Ποιος είναι άλλωστε υπάλληλος εντεταλμένος της ποιήσεως
ποιος ξέρει κατά γράμμα τους κανόνες
ή ποιος τους επιβάλλει
Όσο αγαθή κι αν μοιάζει η προαίρεση
απ’ όπου κι αν το πιάσεις το λευκό
δεν είναι χρώμα
Κρις Λιβανίου

[1] στ. 13-14, σελ.12
[2] Σελ. 13
[3] σελ. 23
[4] σελ. 20

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Η νέα ποιητική γραφή

Χρειάστηκε πρόσφατα να ανθολογήσω μια κάπως παλαιότερη ποιήτρια για ένα αφιέρωμα στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα σκέψη και, καθώς διάβαζα τις συλλογές της, πνίγηκα μέσα σε «πυρσούς ανάσβεστους», «κρουστά υφάδια», «λόγους καρδιάς και στόχασης ευφρόσυνους» και πλείστους όσους άλλους λογιοτατισμούς. Ευτυχώς, σκέφτηκα φωναχτά, η ποίηση έχει μετακινηθεί από αυτή τη θέση και δεν βρίσκει πια λόγο να καταφεύγει σε βαρύγδουπα σχήματα για να πει αυτό που θέλει να πει! Εξελίχθηκε.

Εξελίσσεται η ποίηση; ήρθε αίφνης από το στόμα ενός φίλου μου η ερώτηση. Ξαφνιάστηκα. Φυσικά εξελίσσεται, του απάντησα, όπως ολόκληρη η λογοτεχνία. Υπάρχουν τάσεις, ρεύματα, εξευρίσκονται διαφορετικά μέσα έκφρασης.

Η ποίηση έχει όντως αλλάξει. Το βασικό εστιακό σημείο δεν είναι πια αποκλειστικά το πώς λέμε κάτι, αλλά κυρίως το τι λέμε - και δεν μασάμε τα λόγια μας. Γιατί και αυτό το τι έχει επίσης αλλάξει: το υποκείμενο έχει βαθιά ανθρώπινη υπόσταση και διυλίζει την αίσθησή του για τον κόσμο μέσα από την αμφισβήτηση του εαυτού του. Πρόκειται για μια αμφισβήτηση καίρια και καθολική: το σημαντικότερο τμήμα της συνίσταται στη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει τέλος – δεν υπάρχει δηλαδή ένα σημείο στο οποίο μπορούμε να βάλουμε τελεία και μετά να πούμε: τώρα θα δω τι έγινε, θα κάνω με άλλα λόγια ανασκόπηση ή θα κινηθώ αναστοχαστικά, και θα δώσω μια ερμηνεία. Η ζωή είναι ένα continuum στο οποίο οι ερμηνείες μένουν εσαεί ανοικτές και κάθε ενδεχόμενο φαντάζει πιθανό πάντα. Ο χρόνος σε αυτή τη μεταμοντέρνα θεώρηση θρυμματίζεται, το παρόν -το μοναδικό σημείο στο οποίο μπορεί να ενταχθεί ο ορίζοντας της κατανόησης του ποιητή- γίνεται η μόνη δυνατή επιλογή: η διάρκεια όπου πραγματοποιούνται τα πάντα, παρελθόντα, παρόντα και μελλοντικά.

Σε αυτό οφείλεται και η διακειμενικότητα που παρατηρείται. Όλα όσα έχουν γραφτεί, όλα όσα είναι αφηγημένα, υπάρχουν σε ένα αιώνιο παρόν και ανασύρονται από εκεί κατά βούληση. Μπερδεύονται με τις λέξεις και τις προσωπικές εικόνες του ποιητή και αποκτούν άλλο πλαίσιο και διαφορετικό νόημα. Δεν λείπουν ωστόσο κι εκείνοι (ανάμεσά τους και εγώ) που στη θέση της διακειμενικότητας, κυρίως όταν είναι εκτεταμένη, βλέπουν έλλειψη πρωτοτυπίας.

Αλλά και στο πεδίο της γλώσσας έχει συντελεστεί μετακίνηση. Δεν ενεργοποιούνται πλέον μηχανισμοί αναζήτησης σπάνιων και λόγιων λέξεων. Μολονότι από πολλούς σύγχρονους ποιητές δεν λείπει η καλλιέπεια, δεν είναι αυτή το ζητούμενο. Το ζητούμενο για τον σύγχρονο ποιητή είναι να δώσει νέα πνοή στον χρηστικό λόγο, να τον εντάξει σε μια διαφορετική αναζήτηση, να τον κάνει να «μιλήσει» με άλλους όρους, σαν να 'ταν το ζαχαρωμένο βότσαλο του Αργύρη Χιόνη*.

Η νέα ποιητική γραφή είναι γεγονός. Δεν ξέρω αν νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για «γενιά του 2000», όπως είδα ότι έχουν σπεύσει κάποιοι να κάνουν, όμως μπορούμε με βεβαιότητα να μιλάμε για κάτι εντελώς διαφορετικό που έχει ανατείλει εδώ και αρκετά χρόνια στα ποιητικά πράγματα.


Χριστίνα Λιναρδάκη




* Η ποίηση πρέπει να 'ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο.
Πάνω που θα 'χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.
(άτιτλο)

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Εκεί που η σκόνη συναντά τη θάλασσα - The Waterboys

Παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν είχαν τη μεγάλη εμπορική επιτυχία που τους άξιζε, οι Waterboys υπήρξαν ένα από τα σπουδαιότερα σύγχρονα συγκροτήματα με στίχους αληθινά ποιητικούς, στους οποίους συναντώνται το παραδοσιακό στοιχείο της κέλτικης κουλτούρας και οι σύγχρονες επιρροές. Από τον πρώτο τους κιόλας δίσκο "The waterboys" (1983) φάνηκε η φρεσκάδα που έφερναν στη μουσική σκηνή, γεγονός που μπορεί κανείς να δει σε κομμάτια όπως "Τhe girl in the swing":

Τους βλέπεις να ΄ρχονται
Μέσα απ’ τα χιονισμένα χωράφια;
Κάποιος καλπάζει για μια γυναίκα
Που δεν έχει όνομα
Άλλος καλπάζει για έναν βασιλιά
Και κάποιος άλλος μόνο καλπάζει
Για το φλογερό
κορίτσι

Παραβγαίνουν σαν φαντάσματα
Κάτω απ’ το φως του Μπέλμοντ …
Καλπάζουν περνώντας από μέρη
Όπου τα τείχη είναι άσπρα
Και οι ευγενικές φωνές των γυναικών τραγουδούν
Ένα ζευγάρι ευχαριστιών…

Με ρώτησες
Αν ξέρω τι είναι η αγάπη
Λοιπόν ΣΙΓΟΥΡΑ ξέρω τι είναι η αγάπη!
Είναι ο κλέφτης του ύπνου!
Ένα παιδί και το σκυλί του
Μια κόκκινη λαστιχένια μπάλα
Αυτά τα παλιά τρελά πράγματα
Μια βροχή που πέφτει
Ένας δρόμος μακριά μακριά απ’ το σπίτι
Ζει μέσα στο κορίτσι
Το φλογερό.


Το ερωτικό αίσθημα παίζει κυρίαρχο ρόλο στην θεματολογία των Waterboys και πλημμυρίζει τραγούδια όπως το "Trumpets":

Ο έρωτάς σου μοιάζει με σάλπιγγες που ηχούν
Η ζωή σου είναι σαν βουνό
Κι η καρδιά σου σαν εκκλησία
Με φαρδιές ανοιχτές πόρτες
Και το να 'μαι μαζί σου
Είναι σα να βρίσκομαι μες το πιο όμορφο όνειρο…

Ο έρωτας σου μοιάζει με μεσοκαλόκαιρο
Η ζωή σου είναι σαν ωκεανός
Θέλω να βουτήξω μέσα της γυμνός
Να χαθώ στα βάθη σου…
Σε παρακαλώ μη με ξυπνάς...


Ένα άλλο στοιχείο που επηρέασε την ποίηση των Waterboysς, ιδίως αυτήν του ηγέτη και ιδρυτή τους Mike Scott ο οποίος γεννήθηκε στο Εδιμβούργο, ήταν η θάλασσα που βρέχει τα βρετανικά νησιά, κυκλώνοντας τα με το ρεύμα του κόλπου του Μεξικού που κάνει το κλίμα πιο ήπιο και πιο γλυκό. Το πιο γνωστό τους τραγούδι, το "Fisherman’s Blues", το εκφράζει πολύ καθαρά:

Θα 'θελα να μουνα ψαράς
Να ταρακουνιέμαι μες στις θάλασσες
Πολύ μακριά απ’ τη στεριά
Και τις πικρές της αναμνήσεις
Ρίχνοντας την πιστή μου πετονιά
Με ανεμελιά κι αγάπη
Κανένα ταβάνι να μη με βαραίνει
Εκτός από τον έναστρο ουρανό πάνω
Με φως στο κεφάλι μου
Εσένα στα χέρια μου...


Ο Lou Reed είπε ότι στην περίπτωση των Waterboys έχουμε να κάνουμε με ό,τι πιο ενδιαφέρον παράχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στο χώρο της ροκ μουσικής. Αναφέρονταν στον δίσκο "This is the sea", σίγουρα τον καλύτερο δίσκο του συγκροτήματος: σ' αυτόν υπάρχει ένα από τα σπουδαιότερα ίσως τραγούδια-ορόσημα στην ιστορία της ροκ μουσικής, το "Τhe Pan within" που αντικατοπτρίζει την πνευματικότητα του γκρουπ και τις επιρροές του από τις παραδοσιακές δοξασίες των αρχέγονων παγανιστικών τελετών:

Έλα μαζί μου
Σ’ ένα ταξίδι κάτω απ’ το δέρμα
Θα ψάξουμε μαζί
Για τον εσωτερικό Πάνα
Κλείσε τα μάτια σου
Ανάπνεε αργά κι αρχίζουμε
Κούνα τους γοφούς σου
Λευτέρωσε το κεφάλι σου…

Βάλε το πρόσωπο σου στο παράθυρό μου
Ανάπνευσε τη νύχτα που είναι γεμάτη θησαυρούς
Ο αέρας είναι πάνγλυκος
Γλυκός κι άγριος με την υπόσχεση της ηδονής
Τ' αστέρια είναι ζωντανά
Εραστές κλέφτες τρελοί διεκδικητές
Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να παραδοθούμε.


Το συγκρότημα αναζήτησε την έμπνευση σε κάθε είδους πνευματικό κίνημα, ενώ πειραματίστηκε με ποικίλες μορφές και επιδράσεις από την παραδοσιακή μουσική της Ιρλανδίας και της Σκωτίας μέχρι τα μπλουζ και τις παραδόσεις των ιθαγενών Ινδιάνων της Αμερικής, όπως φαίνεται στο κομμάτι "Bury my heart":

Θάψτε την καρδιά μου
Εκεί όπου η σκόνη συναντά τη θάλασσα
Αφήστε την ελεύθερη σ’ ένα έρημο μέρος
Όπου ένας άνθρωπος μπορεί ακόμα να είναι ελεύθερος
Φτιάξτε μια μπάλα τα ρούχα και τα πουκάμισα μου
Βάλτε τα στο χώμα...
Κι όταν η καταιγίδα ξεσπάσει
θάψτε την καρδιά μου

Γεννήθηκα ταξιδιάρης τροβαδούρος
Αλλά αφήνω τα φτερά μου ν’ αναπαυτούν...
Τώρα πάω στην ερημιά
Πάνω στο άλογο που εμπιστεύομαι
Υπάρχει ένας κρίνος στην κοιλάδα...
Θα πεθάνω όπου πέσω
Στην καυτή στεγνή σκόνη
Λοιπόν θέλεις να θάψεις την ψυχή μου
Εκεί όπου η σκόνη συναντά τη θάλασσα
Και θα θάψεις την καρδιά μου
Στο Πληγωμένο Γόνατο*;

Απόστολος Σπυράκης


* Αναφορά στο Wounded Knee Creek, στην περιοχή των Ινδιάνων Λακότα. Οι μεταφράσεις των στίχων προέρχονται από το βιβλίο "THE WATERBOYS'', εκδόσεις Κατσάνος.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

"Η Άκρα ταπείνωση" της Ρέας Γαλανάκη



Η άκρα ταπείνωση είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο είναι εξαρχής σαφές ότι θα πάρει ρίσκα. Όχι τόσο σε επίπεδο θεματολογίας, όσο σε στυλ γραφής και σε επίπεδο δομής: έχουμε τρεις ανισομεγέθεις ενότητες σε λειτουργική ισορροπία και μια διαρκή εναλλαγή αφηγητών, εγχείρημα που δεν στερείται δυσκολίας. Επικεντρωμένο και θεμελιωμένο σε ένα συγκεκριμένο συμβάν που τότε είχε φέρει την Αθήνα στα όριά της (την νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου του 2012), μπορεί να μην εκτείνεται σε εύρος χρόνου, αλλά κερδίζει θεαματικά σε πυκνότητα και συγκινησιακή ένταση.

Σε ό,τι με αφορά, βλέπω την Άκρα ταπείνωση σαν ένα κείμενο που αέναα αποκαθηλώνει για να αναστηλώσει στη συνέχεια την έννοια της πραγματικότητας όπως την εκλαμβάνουμε σε πρώτη προσέγγιση. Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή, τι συνέβη πριν από χρόνια στις ζωές των ηρώων, τι ελπίζουν ότι θα επακολουθήσει, τι απώλειες πενθούν, σε ποια ακριβώς πραγματικότητα κινούνται. Η ασθένεια που αλλοιώνει και αποσυνθέτει την μνήμη της μίας από τις ηρωίδες είναι η πρώτη ένδειξη ότι όσα συμβαίνουν θα έχουν περισσότερες από μία αναγνώσεις, το στοιχείο όμως αυτό είναι μόνο η αρχή του νήματος. Είναι δύσκολο να οριοθετήσει κανείς τον ρόλο που κατέχει η πραγματικότητα ως «μπούσουλας» για να επικοινωνούμε όλοι μεταξύ μας αλλά και ως σταθερά που διαλύει τον φόβο, στο βιβλίο αυτό υπάρχει η αίσθηση ότι η Ρέα Γαλανάκη διηγείται ένα σκούρο παραμύθι. 

Η πυρπόληση της Αθήνας εκείνο τον χειμώνα φωτογραφίζεται με έναν αποστασιοποιημένο ρεαλισμό που όμως δεν αδειάζει ούτε από την φαντασία, ούτε από τη μαγεία που εξ’ ορισμού και εκ φύσεως διαθέτει η καθημερινότητα, ακόμα και όταν φτάνει σε σημεία και σε τέρατα. Η Αθήνα της Μεταπολίτευσης που τόσο έχει αναλυθεί και σχολιαστεί, για να λιώσει τελικά από την τριβή των λέξεων, στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη γίνεται ταυτόχρονα καμβάς και πρωταγωνίστρια σ’ ένα παιχνίδι με στιβαρές ισορροπίες και μαγικές εναλλαγές ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.

Η Άκρα ταπείνωση αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι τελικά επιβιώνουν, οι πόλεις επίσης. Το τίμημα που θα πληρωθεί γι αυτή την συνέχεια, γι αυτή την αναγκαστική τελικά πορεία στο διηνεκές, είναι αυτό που αποτελεί το υποβόσκον νήμα όλου του μυθιστορήματος, και η συγγραφέας το διαχειρίζεται με αξιοσημείωτη μαεστρία. Δεν έχουν όλοι οι ήρωες το ίδιο ειδικό βάρος, αυτό είναι μια αλήθεια. Κάποιοι δεν φοβούνται και στέκονται όρθιοι για να αντιμετωπίσουν όσα τους επιφυλάσσονται, κάποιοι άλλοι στην πρώτη δυσκολία στέκονται ακίνητοι, σαν να περιμένουν να τους πουν τι να κάνουν και πού να πάνε.

Το λεξιλόγιο, η νοηματική πυκνότητα, η ακρίβεια στην παρατήρηση και στην επιλογή λέξεων και συναισθημάτων είναι μερικά από τα δυνατά σημεία του όλου εγχειρήματος, είναι άλλωστε και αναμενόμενα, η Ρέα Γαλανάκη δεν είναι στην πρώτη της δουλειά : ξέρει πού πατάει, πού βρίσκεται και πού θέλει να πορευτούν οι ήρωές της, έχει το θάρρος της πένας. Το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς παραπατάνε από το βάρος των γεγονότων δεν επηρεάζει τους υπόλοιπους και τελικά οι πορείες τους είναι συγκροτημένες, τουλάχιστον αφηγηματικά. 

Το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο είναι, όπως θα περίμενε κανείς, πολύ ηχηρό, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Είναι το έργο ένα μνημείο διαχρονικότητας στο διηνεκές; Δύσκολο να πει κανείς, μπορεί και να μην χρειάζεται κι όλας. Είναι γεγονός ότι το κεντρικό συμβάν καθώς και τα μικρότερα που προκύπτουν ως συνέπειές του, δεν μπορεί παρά να καταλάβει μεγάλο χώρο στην αφήγηση. Συνέβησαν έντονα πράγματα τότε, πρωτόγνωρα, και είναι δύσκολο να μεταβολιστούν, και να δει κανείς πίσω από το εκτυφλωτικό αποτύπωμα που άφησαν στην σύγχρονη ιστορία και στο ατομικό συγκινησιακό περίγραμμα του καθενός από μας. 

Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει κάθε αναγνώστης της Άκρας ταπείνωσης είναι τι μένει πίσω όταν το μυθιστόρημα τελειώσει. Ερώτημα σαφώς κοινό σε όλα τα βιβλία, ιδιαίτερα ίσως σ’ αυτό, που έχει τόσο ισχυρούς δεσμούς με ιστορικές συγκυρίες που δεν έχουν καν παλιώσει αρκετά ώστε να μπορούν να ειδωθούν με ψύχραιμα μάτια. Η μελετημένη αίσθηση ασάφειας δεν θολώνει τα νερά της κατανόησης, αντίθετα σβήνει με μαεστρία τις γραμμές των μέχρι εκείνη τη νύχτα ορίων.

Αχαρτογράφητα νερά, αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που έφερε τότε η επόμενη μέρα, τόσο για τους ήρωες που είδαν την καθημερινότητά τους δια παντός ανεστραμμένη, όσο και για τους ανθρώπους που είχαν βρεθεί στο κέντρο της πόλης και χρειάστηκε μετά να επαναπροσδιορίσουν τις σταθερές τους. Η Ρέα Γαλανάκη επιχείρησε να καταλάβει τι στάθηκε όρθιο και τι γκρεμίστηκε για πάντα, να εξημερώσει φόβους και να ξορκίσει καινούρια φαντάσματα που γέννησε εκείνη η νύχτα, επενδύοντας σε σταθερές από το παρελθόν, την ιστορία, πάνω από όλα στον ίδιο τον άνθρωπο.  

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Συζήτηση με την ανθολόγο των ποιητών της Θεσσαλονίκης Βίκυ Παπαπροδρόμου

Χριστίνα Λιναρδάκη: Βίκυ, σε γνωρίζουμε όλοι από την ανθολόγηση των ποιητών της Θεσσαλονίκης του 20ού αι. και μέχρι τις μέρες μας που έχεις κάνει στο translatum.gr. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα; Και γιατί το translatum.gr;

Βίκυ Παπαπροδρόμου: Η ιδέα, Χριστίνα, γεννήθηκε σχεδόν απροσδόκητα. Στο ξεκίνημα του φόρουμ του Translatum όσα μέλη θέλαμε δημοσιεύαμε αγαπημένα μας ποιήματα. Εξαρχής είχαμε στο φόρουμ μία ενότητα με τον τίτλο Favourite Poetry όπου κάναμε όλες μαζί τις δημοσιεύσεις. Μιλάμε τώρα για τις αρχές του 2005.

Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι τα γραπτά Θεσσαλονικιών συγγραφέων είχαν γίνει περίπου 30 και ήταν, πώς να σου το πω, πολύ χύμα έτσι μεμονωμένα και ξεκάρφωτα μέσα στα πολλά. Ήδη ο σχεδόν ένας χρόνος εμπειρίας στο φόρουμ μάς είχε μάθει να βάζουμε τα πάντα σε τάξη γιατί τα θέματα ήταν πολλά και η επισκεψιμότητα μεγάλη, οπότε ανοίγαμε συνεχώς νέες ενότητες για να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις, πράγμα που συνεχίζουμε να κάνουμε ως σήμερα.

Ζήτησα, λοιπόν, από τον φίλο μου τον ιδιοκτήτη και διαχειριστή του Translatum, τον αδελφικό μου φίλο και συνάδελφο Σπύρο Δόικα, να μου ετοιμάσει μια χωριστή ενότητα για την ποίηση της Θεσσαλονίκης. Έτσι μια βραδιά και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα απέκτησα μια εντελώς «δική μου» ενότητα για τους ποιητές της πατρίδας μου. Και άρχισα να ανασυντάσσω τα ήδη δημοσιευμένα γραπτά, ξεκινώντας από μερικά ποιήματα της Ζωής Καρέλλη με πρώτο και καλύτερο την «άνθρωπο» δημιουργώντας χωριστή υποενότητα για κάθε ποιητή και προσθέτοντας τις απαραίτητες πληροφορίες (συλλογή, έτος δημοσίευσης, πηγή δημοσίευσης αν δεν ήταν αυτό καθαυτό το βιβλίο).

Για ένα μεγάλο διάστημα προχωρούσα έτσι δημοσιεύοντας ποιήματα στις ήδη έτοιμες υποενότητες για να τις εμπλουτίσω και ανοίγοντας μερικές καινούριες σταδιακά. Ουσιαστικά προσπαθούσα να καλύψω το σχετικά ανεξερεύνητο πεδίο των παλαιότερων ποιητών της πόλης, άντε βαριά-βαριά ως την τρίτη μεταπολεμική γενιά, δηλαδή του ’70 (κατά τον Αλέξανδρο Αργυρίου).

Ως εκεί είχα να ασχοληθώ με περίπου 35-40 ποιητές και ήταν ευκολοκυβέρνητο το καράβι, αλλά μου λείπανε πολλές συλλογές από τις παλαιότερες. Ήταν ακόμα καλές οι εποχές, είχαμε όλοι μας περισσότερα χρήματα και έψαχνα μανιωδώς επί μια 5ετία σε παλαιοβιβλιοπωλεία ανά την Ελλάδα να βρω τα βιβλία που δεν είχα. Δεν μπορώ να πω, καλά τα κατάφερα κατά ένα μεγάλο ποσοστό. Αυτή τη στιγμή από τους παλαιότερους δεν μου λείπουν πάνω από 10 βιβλία που, ωστόσο, μάλλον θα δυσκολευτώ να βρω τελικά.

Ο πρώτος από τους ενεργούς δημιουργούς της πόλης που επικοινώνησε μαζί μου διαδικτυακά αφού γράφτηκε μέλος στο Translatum ήταν ο Τόλης Νικηφόρου. Ήταν γύρω στα μισά του 2009. Ο Τόλης προθυμοποιήθηκε αμέσως να μου δώσει μια συγκεντρωτική του έκδοση που δεν είχα (ενώ τον είχα ήδη συμπεριλάβει στην ανθολογία) και με έφερε σε επαφή με αρκετούς από τους ποιητές της πόλης ζητώντας τους να με βοηθήσουν με τη σειρά τους. Παράλληλα, μου σύστησε και πολλούς –κυρίως νεότερους συγγραφείς– με των οποίων το έργο δεν είχα ασχοληθεί ακόμη. Έτσι τα πράγματα άρχισαν να τρέχουν με ταχύτατους ρυθμούς και το καράβι έγινε μεγάλο και δυσκίνητο, οπότε τώρα πια μάλλον αργώ να το κουμαντάρω αφού πέρασε κι ένα μικρό διάστημα κατά το οποίο ομολογώ ότι με φόβισε ο όγκος του, αφού στην περίοδο που συνεργαστήκαμε με τον Τόλη (για ένα χρόνο περίπου) οι ποιητές της ανθολογίας υπερδιπλασιάστηκαν και φτάσανε τους 80+ αντί των 35-40 τους οποίους είχα κατά νου και στων οποίων την ανθολόγηση δεν είχα προλάβει να προχωρήσω ικανοποιητικά. Δεν πειράζει, όμως. Κανέναν δεν έβλαψε ποτέ η ενασχόληση με την τέχνη, πόσο μάλλον εμένα που την τραβούσε ο οργανισμός μου αυτή την κακουχία.

Από την εποχή της συνεργασίας με τον Τόλη, κρατώ τις κατά στιγμές πολύτιμες συζητήσεις μας για την ποίηση της Θεσσαλονίκης, τη γνωριμία με πολλούς συγγραφείς της πόλης και μισή βιβλιοθήκη φωτοτυπίες συλλογών που δεν είχα και μου τις δάνεισε για να μπορέσω να προχωρήσω.

Από την προσωπική επαφή με τους ποιητές αποκόμισα το μεγαλύτερο δυνατό όφελος για κάθε άνθρωπο, δηλαδή μερικούς καρδιακούς φίλους (φίλους ζωής, όπως συνηθίζω να τους λέω). Και επειδή για τους φίλους μας είμαστε περήφανοι, τους καμαρώνουμε και δεν τους κρύβουμε, ας τους αναφέρω. Είναι οι: Ορέστης Αλεξάκης, Σταύρος Ζαφειρίου, Κατερίνα Καριζώνη, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Μαρία Κουγιουμτζή, Χλόη Κουτσουμπέλη, Μαρία Κυρτζάκη, Ευτυχία Λουκίδου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου (με αλφαβητική σειρά γιατί οι φίλοι δεν επιδέχονται άλλη σειρά ιεράρχησης). Σ’ αυτούς να προσθέσω τον παλιό μου φίλο Θανάση Γεωργιάδη, τον οποίο ξαναβρήκα στα ποιητικά στέκια μετά από χρόνια και μερικά άτομα που γνώρισα αργότερα στους ίδιους χώρους και ταιριάξανε αμέσως τα χνώτα μας, δηλαδή τη Φανή Αθανασιάδου, τη Χρυσούλα Βακιρτζή, τη Βίκυ Καπλάνη, τον Ανδρέα Καρακόκκινο, τη Βάσω Μπρατάκη, τη Μαρία Πισιώτη και τη Σοφία Στρέζου.

Με όλους αυτούς, όπως και με τον Γιάννη Καρατζόγλου, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Πάνο Πίστα (Π. Σωτηρίου), έχουμε περάσει ώρες ατέλειωτες συζητώντας για την ποίηση και όχι μόνο.

Και, εν συντομία, απαντώ στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος. Γιατί στο Translatum; Εκεί γεννήθηκε και έγινε πράξη η αρχική κεντρική ιδέα και δεν συντρέχει ο παραμικρός λόγος να μετακομίσει αλλού η ανθολογία. Πού αλλού θα βρούμε καλύτερη στέγη και καλύτερο οικοδεσπότη; Για τον Σπύρο τον Δόικα όλα αυτά που λέμε τέχνη και καλλιέργεια του νου και της ψυχής είναι τρόπος ζωής και πιστεύω πως αυτό τα λέει όλα.

Χ.Λ.: Με ποια κριτήρια γίνεται η ανθολόγηση; Ανθολογείς όλους τους ποιητές της Θεσσαλονίκης ανεξαιρέτως; Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει εκδώσει μόνο ένα βιβλίο θα ανθολογηθεί και αυτός; Είναι πολλή δουλειά!

Β.Π.: Στην αρχή είπα ν’ ακολουθήσω το τυπικό σκεπτικό οιασδήποτε γενικής ανθολογίας, δηλαδή να επιλέξω τον «αφρό» των βιβλίων που έχω στις βιβλιοθήκες μου. Ωστόσο, αφού πρώτα πέρασα από τα σαράντα κύματα ωσότου βρω τι πραγματικά ήθελα να κάνω και πώς θα είναι πρακτικά εφαρμόσιμο, θα σου απαντήσω κατηγορηματικά και ρητά ότι ανθολογώ με μοναδικό κριτήριο τον αναγνώστη. Και εξηγώ: ο φιλομαθής αναγνώστης θα πάρει κάποια στιγμή ορισμένα από τα βιβλία που ανθολογώ και, αν εγώ έχω επιλέξει 3-5 αξιοπρεπή, καλούτσικα, καλά ή άριστα ποιήματα, θα σχηματίσει για τη συλλογή και τον συγγραφέα μια άλφα άποψη που, κατά τη γνώμη μου, θα είναι απατηλή. Η τέχνη αυτή είναι ρευστή και οι απόψεις μας για τα πονήματα των ποιητών είναι απολύτως υποκειμενικές. Συνήθως σε μια συλλογή υπάρχουν ανισοϋψή, καταπώς τα λέω, ποιήματα. Δεν θα ’πρεπε (αφού κατά τη γνώμη μου ο συγγραφέας πρέπει να αυτολογοκρίνεται και να επιλέγει αυστηρά τι θα δημοσιοποιήσει και τι όχι γιατί αλλιώς είναι απλός γραφιάς και όχι συγγραφέας), αλλά έτσι συμβαίνει και ας μην το πολυαναλύσουμε τώρα. Οπότε, αν εγώ του δώσω του αναγνώστη δείγμα λαμπρό από μια συλλογή και τα υπόλοιπα γραπτά είναι περίπου για τα μπάζα (επίσης συμβαίνει τακτικά και δεν ζητώ συγγνώμη για την έκφραση), τότε τον παραπλανώ και καθόλου δεν το θέλω. Παραπλανώντας τον αναγνώστη με φύκια και μεταξωτές κορδέλες και μεγάλα λόγια, τον διώχνουμε από τη λογοτεχνία αντί να τον φέρουμε κοντά της, όπερ ολέθριο ειδικά στην εποχή μας που κυριαρχείται από την αμάθεια και την υποκουλτούρα (αμιγώς αλληλοσυνδεόμενα φαινόμενα).

Έτσι, από πέρυσι άλλαξα τελείως το σκεπτικό παρουσίασης του ποιητικού έργου κάθε ποιητή. Αν έχω τα άπαντά του και ανάλογα με το μέγεθος κάθε συλλογής, παρουσιάζω 10-15 ποιήματα από κάθε βιβλίο. Αυτό αυξάνει τον όγκο της δουλειάς μου, αλλά δεν με πειράζει γιατί θεωρώ τον τρόπο αυτό πιο δίκαιο για τον αναγνώστη και ενδεχομένως και για τον ποιητή. Δημοσιεύω και ποιήματα που εμένα προσωπικά δεν μου αρέσουν αν κρίνω ότι είναι ενδεικτικά του ύφους και του τρόπου γραφής ενός ποιητή, οπότε ο αναγνώστης έχει τον χώρο και τον χρόνο που χρειάζεται για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Εξάλλου, είπαμε ότι η γνώμη μας για μια συλλογή είναι απολύτως υποκειμενική και ενδέχεται ό,τι δεν αρέσει σ’ εμένα να είναι το ιδανικό για κάποιον άλλο αφενός και αφετέρου ποια είμαι εγώ που θα επιβάλλω στον αναγνώστη τι να του αρέσει και τι όχι; Ανθολόγος είμαι κι όχι διαμορφωτής της κοινής γνώμης.

Ως προς το τελευταίο σκέλος της ερώτησης, θα σου πω ότι ήδη έχω στην ανθολογία μου μερικούς ποιητές που έχουν δημοσιεύσει μόνο μία συλλογή όλη κι όλη. Εκεί, κακά τα ψέματα, υπεισέρχεται η απολύτως προσωπική μου άποψη για το αν αξίζει να ασχοληθώ με την εν λόγω συλλογή ή όχι. Συνήθως, πάντως, εντάσσω ανενδοίαστα στην ανθολογία τον ποιητή αν είναι ένας σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών ή οιουδήποτε άλλου χώρου και, συν τοις άλλοις εξέδωσε και μία ποιητική συλλογή (έστω και ήσσονος ποιητικής αξίας κατά τη γνώμη των ομοτέχνων του ή άλλων κακοθελητών). Κι αυτό γιατί δεν έχουμε πολλούς άλλους τρόπους για να τιμήσουμε τους σημαντικούς ανθρώπους του τόπου μας και αυτό για μένα έχει πρωταρχική σημασία. Αλλιώς τι αξία έχει μια ανθολογία που θα είναι σαν τόσες και τόσες άλλες; Δεν με φοβίζει ο πρόσθετος κόπος που θα χρειαστεί να καταβάλω, αλλά τρέμω στην ιδέα και μόνο ότι μπορεί να κάνω, έστω και άθελά μου, μια τέτοια αδικία ή παράλειψη. Αναφέρομαι, βέβαια, στους παλαιότερους και μη εν ζωή ποιητές που δεν είχαν ούτε τηλεοράσεις ούτε προσωπικά ιστολόγια ούτε Facebook για να παρουσιάσουν τα πονήματά τους.

Χ.Λ.:  Η σχέση σου, με την ποίηση γενικά, ποια είναι; Θέλω να πω, γράφεις κι εσύ; Έγραφες παλιά;

Στις μέρες μας είναι, φευ, πολλοί αυτοί που βαφτίζουν το παραλήρημά τους ποίηση (όπως το λέει η φίλη μου η Ιφιγένεια Σιαφάκα και πολύ μου αρέσει) και βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι θα γίνουν διάσημοι και τιτάνες της λογοτεχνίας. Ανάγκη από αυτόκλητους ποιητές δεν έχουμε. Είναι ένα φαινόμενο που δεν θα αντιμετωπίσω κι ούτε καν θα ασχοληθώ μαζί του, γιατί ουδόλως με αφορά. Τώρα, αν αύριο εμφανιστεί ο νέος Καβάφης ή η νέα Σαπφώ, είμαι σίγουρη ότι θα το πληροφορηθούμε όλοι μας αμέσως. Αν μάλιστα συμβεί αυτά τα άτομα να είναι συμπατριώτες μου, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, θρησκεύματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, εθνικότητας κ.λπ., με περισσή χαρά και με το ανάλογο καμάρι θα τους συμπεριλάβω αυτοστιγμεί στην ανθολογία μου. J

Στα παρελθόν έγραψα σπάνια μερικά μικρά πεζά (μη χαρακτηρίσιμου και ταξινομήσιμου είδους) που δεν θυμάμαι πού μπορεί να τα έχω κρύψει. Ας μείνουν εκεί που είναι. Τα δε ποιήματα που έχω γράψει όλα μου τα χρόνια ανέρχονται στον συνταρακτικό αριθμό 3. Το πρώτο που έγραψα τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια ήταν πολύ καλό (το λέω με βάση τη σημερινή μου κρίση), αλλά χάθηκε το χειρόγραφο και όταν το συνειδητοποίησα δεν το θυμόμουν πια. Το δεύτερο είναι καλό με προοπτική να γίνει αριστούργημα, αλλά εδώ και χρόνια πασχίζω να βρω ένα σωστό ρήμα σε μια φράση του επιλόγου του και δεν το βρίσκω οπότε το αφήνω στο μούσκιο επ’ αόριστον, ίσως και για πάντα. Το τρίτο και πιο φλύαρο παρά τις περικοπές που του έχω κατά καιρούς κάνει είναι δημοσιευμένο σε ένα ιστολόγιο του Σπύρου γιατί του άρεσε πολύ. Χαλάλι του…

Πάντως, αυτή την κοσμοθεωρία μου πρόλαβαν και την διατύπωσαν άριστα παλαιότεροι ποιητές (κυρίως ο Αναγνωστάκης κι η Καρέλλη) και αυτό σημαίνει ότι η λογοτεχνία είναι σίγουρα κερδισμένη όσο την απαλλάσσω από την περιττή και ασήμαντη παρουσία μου. Αυτό εμμέσως απαντά και στην ερώτησή σου για το πολυπληθές των ποιητών στις μέρες μας. Αν δεν έχουμε κάτι ενδιαφέρον και πρωτότυπο να πούμε, ας σωπάσουμε και ας διαβάσουμε ό,τι σημαντικό είπαν τόσοι άλλοι διεθνώς πριν από μας για μας ώστε να μη σπάσουμε την αλυσίδα της παράδοσης με την οποία είναι άρρηκτα δεμένη κάθε μορφή τέχνης.

Χ.Λ.:
 Οι σπουδές σου τι αφορούν;

Β.Π.: Σπούδασα αγγλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο.

Χ.Λ.:  Ξέρω ότι βιοπορίζεσαι ως ελεύθερη μεταφράστρια. Τι κείμενα μεταφράζεις; Έχεις μεταφράσει ποίηση; Αν όχι, θα σε ενδιέφερε να μεταφράσεις;

Β.Π.: Κάνω «εμπορική» μετάφραση, πώς λέμε εμπορικό τραγούδι ή εμπορικό θέατρο; J Δηλαδή μεταφράζω κείμενα εταιρειών, π.χ. εγχειρίδια, εμπορικές πολιτικές και κώδικες δεοντολογίας, τουριστικά κείμενα, έντυπα για τρόφιμα και ποτά και πολλά άλλα. Τρέφω μια έμφυτη αντιπάθεια στα οικονομικά και στα νομικά κείμενα και έχω πλήρη άγνοια σε ό,τι αφορά τα ιατρικά κείμενα, οπότε αρνούμαι πεισματικά να μεταφράσω κείμενα αυτών των κατηγοριών.

Δεν έχω μεταφράσει ποίηση και δεν μ’ ενδιαφέρει να το κάνω γενικά. Όλα μου τα χρόνια δεν είναι πάνω από 2-3 τα ποιήματα που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον να τα μεταφράσω και αυτό ήταν όλο. Όμως έχει τύχει να μεταφράσω τραγούδια για κάποια μεταφραστικά γραφεία του εξωτερικού στο παρελθόν και πολύ μου άρεσε.

Η μετάφραση είναι αυτό που λατρεύω από μαθήτρια ακόμα και απολαμβάνω κάθε στιγμή της ό,τι κείμενο κι αν χρειαστεί να μεταφράσω (αρκεί να κατέχω ικανοποιητικά το θέμα του). Είναι επίπονη δουλειά, αλλά μου αρέσει. Είναι χρονοβόρα, αλλά μου αρέσει. Απαιτεί ασκητική ζωή κατά εποχές, αλλά κι αυτό μου αρέσει. Κοντολογίς είναι αυτό που θέλω να κάνω ως επάγγελμα όσο ζω. Και απ’ αυτό περιμένω να ζήσω. Οι λογοτεχνικές μεταφράσεις είναι αυστηρά υποαμειβόμενες και στις μέρες μας δεν έχουμε περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες. Ξέρεις πολύ καλά ότι κανείς δεν μπορεί να πληρώσει την εφορία με λέξεις ούτε να την παραπέμψει στους εκδότες μας εξουσιοδοτώντας τους να καλύψουν τα χρέη μας.

Χ.Λ.: Διαθέτεις κάποιο ενεργό δικό σου blog; Είδα το όνομά σου σε δύο, για να είμαι ειλικρινής, το ένα είναι το http://greek-translation-wings.blogspot.gr/ (μαζί με την Ελένη Μπέη;) και το άλλο το http://thepoetsiloved.blogspot.gr

Β.Π.: Ναι, αυτά τα δύο είναι τα βασικά. Κάποια στιγμή έκανα και μερικά επί μέρους για κάθε ποιητή χωριστά (για μερικούς από τους παλαιότερους και όχι μόνο Θεσσαλονικιούς), αλλά είναι πολλή δουλειά και δεν προλαβαίνω, οπότε τα έχω αφήσει για λίγο στην ησυχία τους. Θα δούμε πώς θα τα χειριστώ στο μέλλον. Κι αυτά τα δυο που ανέφερες δεν τα προσέχω όσο θα ήθελα, μα δεν γίνεται αλλιώς.

Χ.Λ.: Θεσσαλονίκη, το κέντρο του κόσμου;

Β.Π.:  Καθόλου μάλιστα. Η Θεσσαλονίκη είναι μια από τις ομορφότερες πόλεις της ηπείρου μας, είναι η πατρίδα μου, την αγαπώ πολύ, σε μερικές γωνιές της ξέρω κάθε λιθαράκι της, αλλά ως εκεί. Ξέρεις, Χριστίνα, από μικρή ένιωθα έντονα ότι είμαι πολίτης του κόσμου κι όχι μονάχα μιας πόλης. Όσο έχω περιθώριο, θέλω να το ζήσω στην πράξη αυτό το συναίσθημα. Η δε Αθήνα, όπου ζω εδώ και 7 χρόνια, είναι μια πόλη που αγαπούσα από μικρή και από τότε είχα μάθει να βλέπω τις τόσες ομορφιές της, αυτές που δεν θέλουν ή δεν ξέρουν να βλέπουν οι πολλοί. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αρχική μου αφετηρία, μια μικρή γωνιά μιας μικρής χώρας ενός μικρού πλανήτη που δεν είναι παρά μια τοσοδούλα γειτονιά του σύμπαντος. Οπότε, κατά τη γνώμη μου, περιθώρια για αστείους και στείρους τοπικισμούς δεν έχουμε στην έτσι κι αλλιώς σύντομη παρουσία μας στο σύμπαν και, ως εκ τούτου, τους έχω αποκηρύξει προ καιρού.

Χ.Λ.: Σε ευχαριστώ πολύ, Βίκυ!

Β.Π.: Κι εγώ, Χριστίνα μου. Σ’ ευχαριστώ και για το ενδιαφέρον σου και για τις ερωτήσεις σου και για τη φιλοξενία σου και, κυρίως, για τη φιλία μας.