Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ευφυείς και μαν(ι)ακοί - Μερικά σχόλια στο βιβλίο του Αριστοτέλη «Περί Ποιητικής»

Η "Ποιητική" είναι  το πρώτο και μοναδικό αρχαίο  γραπτό κείμενο  λογοτεχνικής κριτικής και μας δίνει ένα πλήθος στοιχείων για ένα εκπληκτικό πλούτο κειμένων που χάθηκαν και αντιπροσώπευαν μια πολιτιστική έκρηξη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία είχε  το προνόμιο να εμφανιστεί σ’ ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης του πολιτισμού, όταν  οι μύθοι ήταν ακόμα ζωντανοί, και το ανθρώπινο είδος έβγαινε από μια εποχή σκοτεινή, όπου η φύση κυριαρχούσε και φαίνονταν παντοδύναμη κι όπου η έννοια του θεού και του υπερφυσικού ήταν τόσο δυνατή που επισκίαζε την λογική σκέψη.

Τέσσερα είδη τραγωδίας, αυτού του ποιητικού είδους που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στην εποχή του, ορίζει ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος: την περίπλοκη (πεπλεγμένη) που σε όλη την έκταση της είναι μια περιπέτεια με κορυφαία στιγμή την αναγνώριση, την παθητική που περιγράφει τις συμφορές ανθρώπων που παρέβησαν κάποια εντολή των θεών και δέχτηκαν την ανάλογη τιμωρία, την ηθική που εστιάζει στην διδαχή και στην ηθοπλασία, και τέλος την θεαματική ή τρομακτική.

Σε ότι αφορά την περίπλοκη (περιπετειώδη) τραγωδία, αποκορυφώνεται  στην αναγνώριση με βάση  κάποια εξωτερικά στοιχεία όπως τα σημάδια στους αστραγάλους του Οιδίποδα, την ουλή στο πόδι του Οδυσσέα, τα περιδέραια που άφηναν στα έκθετα παιδιά οι γονείς τους, ή τα σημάδια που φέρουν οι ήρωες από τη στιγμή της γέννησης τους (για παράδειγμα η λόγχη που έφεραν στο σώμα τους οι Σπαρτοί και οι απόγονοι τους, αυτοί δηλαδή που ξεπήδησαν από την γη ένοπλοι φυτρώνοντας από τα δόντια του δράκοντα που σπάρθηκαν στη γη). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζει ο Κρέων τον Αίονα, νόθο γιο της Αντιγόνης και του Αίμονα στην Αντιγόνη του Ευριπίδη, ενώ στον Θυέστη του Καρκίνου, ενός ζοφερού και αινιγματικού ποιητή από τον οποίο έφτασαν σ’ εμάς μονάχα θραύσματα αποσπασματικά, ο πατέρας αναγνωρίζει το παιδί του από το σημάδι του άστρου που έφεραν στο σώμα τους  όλοι οι απόγονοι του Πέλοπα.

Σχετικά τώρα με την θεαματική ή τρομακτική τραγωδία, αυτή αποσπά το ενδιαφέρον του θεατή χρησιμοποιώντας εντυπωσιακά σκηνικά  και τεχνικές που  αποτελούν μέρος της δραματικής τέχνης  και που εστιάζουν στην θεαματικότητα ( όψιν) όπως στον  Προμηθέα Δεσμώτη. Εκείνο το μοναδικό εφεύρημα του ήρωα καρφωμένου στα βράχια του Καυκάσου, να βασανίζεται στις εσχατιές του κόσμου περιμένοντας τον ήρωα Ηρακλή να τον λυτρώσει. Θεαματικές τραγωδίες θεωρούνται κατά τον Αριστοτέλη έργα όπως  οι Φορκίδες- τερατώδεις γριές κόρες του Φόρκυος - καθώς και όσες διαδραματίζονται στον Άδη, όπως για παράδειγμα ο Κέρβερος του Σοφοκλή και τα σατυρικά δράματα του Αισχύλου οι  Ψυχαγωγοί και ο Σίσυφος Πετροκυλιστής. Οι Ψυχαγωγοί σχετίζονται με την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη όπου τον οδηγεί ο ψυχοπομπός (Ψυχαγωγός) Ερμής, ενώ ο Σίσυφος Πετροκυλιστής έχει να κάνει με το μαρτύριο του Σισύφου στον κάτω κόσμο επειδή ξεγέλασε τον Δία συλλαμβάνοντας τον δαίμονα του θανάτου, έτσι ώστε για ένα διάστημα να μην πεθαίνει κανείς πάνω στη γη.

 Η τραγωδία στην οποία είναι αφιερωμένο το μεγαλύτερο κομμάτι της "Ποιητικής" δίνει τη δυνατότητα της χρήσης μέσων που καθιστούν γοητευτική την αφήγηση, κι  ο Αισχύλος θα μπορούσε να θεωρηθεί ο κατ’ εξοχήν  μάστορας  σ’ αυτό. Για παράδειγμα στους Επτά επί Θήβας, το έργο αποκτά μια θαμαστή ζωντάνια όπως εκτυλίσσεται μπροστά στα τείχη της πόλης κι ο θεατής έχει την αίσθηση ότι ακούει τον εχθρό που πλησιάζει, ενώ στον Αγαμέμνονα, ο φύλακας που στέκεται στην στέγη του παλατιού των Ατρειδών και βλέπει την φλόγα να αναγγέλλει την πτώση της Τροίας  είναι άλλο ένα τέχνασμα του μεγάλου δραματουργού που προκαλούσε εντύπωση στον θεατή από την πρώτη στιγμή. Ο Σέξπηρ μεταγενέστερα καλλιέργησε αυτό το είδος,  ποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί από την μαγική  σκηνή του φαντάσματος που περπατά στις πολεμίστρες του κάστρου στο ξεκίνημα του Άμλετ, ή από την μάχη του Βασιλιά  Ληρ με τα στοιχεία  της φύσης που μοιάζουν να λυσσομανούν  εναντίον του  ή από την έξοχη  πρώτη σκηνή της Τρικυμίας.

 "...διο ευφυούς  η ποιητικήν εστίν  ή μανικού"  για να πετύχει κάποιος ποιητής  λέει ο Αριστοτέλης  θα πρέπει να είναι εξαιρετικά ταλαντούχος (ευφυής)  ή μανι(α)κός, να παθιαστεί  δηλαδή τόσο πολύ με το αντικείμενό του ώστε να φτάσει σε μια τέτοια κατάσταση ενόρασης που θα του επιτρέψει να δει τα πράγματα από μια άλλη ματιά, πέρα απ’ τα φυσικά και τα λογικά, αγγίζοντας την ουσία αυτού που λέγεται τέχνη. Σύμφωνα με τον μεγάλο Έλληνα διανοητή, οι καλύτεροι από τους ποιητές  ξέρουν να διαλέξουν τον κατάλληλο μύθο όπως ο Όμηρος στην Οδύσσεια, "Έστι δε πάσης τραγωδίας το μεν δέσις το δε λύσις..." υποστηρίζει παρακάτω, αυτό είναι όλο, τόσο απλό, πρώτα εξασφαλίζεις μια πλοκή ικανή που να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή και μετά με τις κατάλληλες κινήσεις δίνεις μια λύση τόσο φυσική σα να προέρχεται από την τύχη, από κάτι απροσδιόριστο που εκπλήσσει αλλά ταυτόχρονα απονέμει κάποιου είδους δικαιοσύνη η οποία  καθίσταται αναγκαία απ’ την εξέλιξη.

Τώρα σε ότι αφορά την οικονομία του κειμένου και την ενότητα του ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας η επίτευξη μιας οργανικής συνοχής με την αποφυγή παρεμβολών που δεν έχουν σχέση με το θέμα  ή που πλατειάζουν κάνοντας τον θεατή να πλήξει. Χρησιμοποιώντας για παράδειγμα πάλι τον Σέξπηρ, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι στο πιο νευρικό του έργο, τον Μακμπέθ, που δείχνει να έχει την μεγαλύτερη ενότητα κι έναν ρυθμό καλπασμού, ξενίζει κάπως η τρίτη σκηνή της τέταρτης πράξης που μοιάζει να σπάει την δυναμική και στιβαρή ροή του κειμένου. Ομοίως τα εκτενή  χορικά των αρχαίων που αποτελούσαν συστατικό στοιχείο των τραγωδιών και  για τα οποία  ο Αριστοτέλης λέει ότι θα πρέπει να τα γλυκαίνει ο ποιητής χρησιμοποιώντας το άλλο συστατικό της τραγωδίας, την μουσική. Αυτά λοιπόν τα κομμάτια στην σύγχρονη εποχή  δεν βοηθούν τον θεατή που ζει σε ρυθμούς πολύ γρηγορότερους  από αυτούς των αρχαίων, γι αυτό και μεγάλοι σκηνοθέτες σαν τον Κάρολο Κουν, δεν δίσταζαν να τα κόψουν προκειμένου να πετύχουν την μέγιστη συνοχή του έργου.

Η ‘’Ποιητική’’ του Αριστοτέλη τον οποίο φαίνεται ότι σε κάποια φάση της ιστορίας δεν εκτιμούσαν τόσο πολύ, ήταν χαμένη για αιώνες και δεν υπάρχουν αρχαία σχόλια πάνω στο κείμενο. Εμφανίζεται γύρω στον ένατο αιώνα σε συριακή μετάφραση από την οποία σώθηκε μόνο ένα κεφάλαιο, όμως η αραβική απόδοσή της  ήταν αυτή που τελικά επιβίωσε και σύμφωνα με τους ειδικούς αντιπροσωπεύει το πρωτότυπο κείμενο. Η ποιητική μελετήθηκε και επηρέασε με τον ένα ή τον άλλον τρόπο τους μεγαλύτερους φιλόσοφους και ποιητές όλων των εποχών όπως τον Οράτιο, τον  Καντ, τον Χαιντέγκερ, τον Νίτσε και τον Τολστόι και παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα γύρω από τα ζητήματα της τέχνης. 

Απόστολος Σπυράκης


Σημ.: Το κείμενο βασίστηκε στη δημοσίευση της "Ποιητικής" από τις εκδόσεις Κάκτος.


Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

"Τα γυάλινα μάτια των ψαριών" της Ειρήνης Παραδεισανού


Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι.
Μονάχα που
τ’ αγκάθια ανάποδα φυτρώνουν
και
σπαράσσουν τις σάρκες μου.[1]

Η Χριστίνα Λιναρδάκη έχει ήδη ασχοληθεί με την ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού σε παλιότερη ανάρτηση, είχε μάλιστα εκφράσει στο τέλος την ανυπομονησία της να δει πού θα οδηγούσε την ποιήτρια η έμπνευσή της. Τα γυάλινα μάτια των ψαριών έπεσαν στα δικά μου χέρια και το κείμενό μου θα είναι μια ιδιότυπη συζήτηση ανάμεσα στις δυο μας. 

Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι είχα καιρό να συναντήσω μια ποιητική συλλογή που ξεφεύγει από το πλαίσιο της απτής πραγματικότητας και στήνεται σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός ρεαλισμού. Το γεγονός αυτό είναι από μόνο του μια βίαιη πράξη απόσχισης, και όταν στην Ρητορική ένδεια ΙΙ το εγώ του αφηγητή βγαίνει σχεδόν από το ίδιο του το δέρμα για να σταθεί απέναντι στον εαυτό του με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τότε γίνεται πλέον σαφές ότι η Ειρήνη Παραδεισανού δεν φοβάται να πάρει ρίσκα.

Τα πρώτα ποιήματα της συλλογής αφήνουν μια γεύση εφιάλτη. Υπάρχει εξαρχής μια απόσταση ανάμεσα στο εγώ και τον εαυτό του, και όταν λέω απόσταση εννοώ κενό: ένα τρομαχτικό, αγωνιώδες κενό, αδιαπέραστο από φως, χωρίς διαστάσεις και άρα χωρίς απτά όρια. Η Χριστίνα είχε μιλήσει για θεατρικότητα στην ποίηση της Παραδεισανού, και είχε δίκιο. Εγώ θα ήθελα να προσθέσω και κίνηση. Είναι κατά τη γνώμη μου δύσκολο εγχείρημα να πετύχει κανείς αίσθηση κίνησης με τον λόγο, σταθερό και κατ’ εξοχήν γαντζωμένο στα χαρτιά:

Τα μάτια του στάζουν φωτιά.
Γιγάντιες φτερούγες σκοτεινές
φυλλομετρούν
τις μέρες.[2]
 
Η ατμόσφαιρα εφιάλτη δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, αλλά παράγεται κατευθείαν, χωρίς ενδιάμεσα στάδια. Η ποιήτρια παραθέτει μια ονειρική πραγματικότητα που συστέλλεται και διαστέλλεται συνεχώς και μέσα σ’ αυτήν τα πράγματα, τα γεγονότα και κάποιες φορές οι άνθρωποι αποκτούν απρόβλεπτες διαστάσεις. Και σ’ αυτό το σημείο εισέρχεται ο φόβος, όπως σε κάθε εφιάλτη. Υποβόσκων βέβαια, και για ακόμα μια φορά αποδεσμευμένος από τις λέξεις που θα μπορούσαν να τον ξορκίσουν, αλλά καταλυτικά παρών: 

Ο οισοφάγος μου
τρωτός
λάμπει στο σκοτάδι.
Τον καρφώνουν με σφυριά στην οθόνη
οι γιατροί με τις άσπρες νοσοκομειακές κραυγές.[3]

Υπάρχει σκληρή γραφή και βίαιη σκέψη, φαντάζομαι επειδή κινείται στα άκρα και στα τετελεσμένα, όμως ταυτόχρονα η Ειρήνη Παραδεισανού αναμετριέται με όσα βρίσκονται μπροστά της, και αυτό το κάνει με την γενναιότητα κάποιου που ξέρει εκ προοιμίου ότι είναι το αδύναμο μέρος της εξίσωσης. Η Χριστίνα είχε αναφέρει την αρχαιοελληνική επιρροή στη θεματολογία, κάτι που υπάρχει και εδώ χωρίς υπερβολές όμως, και όπως είχε παρατηρήσει τότε, η ποιήτρια ούτε σ’ αυτή τη δουλειά απέφυγε τον στόμφο, δύσκολο πράγμα, όντως. Προσωπικά τον είδα και εκτός… επιρρεπούς θεματολογίας, όπως εδώ:

Κύμα ταξίδευε στα περιστέρια της μιλιάς σου.[4]

Δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γράφει, ή για να είμαι ακριβής δεν γράφει τα ίδια πράγματα, κάτι που μόνο θετικό θα μπορούσε να είναι, και η έμπνευση που είχε διαπιστώσει τότε η Χριστίνα είναι ισχυρά παρούσα. Είχε γράψει επίσης πως στην Ρητορική ένδεια η ποιήτρια δεν χρησιμοποιεί ούτε εγείρει συναίσθημα. Στα Γυάλινα μάτια των ψαριών συμβαίνει το πρώτο αλλά ευτυχώς όχι το δεύτερο. Και είναι γεγονός ότι η γλώσσα της όντως παλινδρομεί σε λόγιους τύπους που απομακρύνουν τον αναγνώστη από το κείμενο, αλλά δεν έχω τόσο ηχηρά παραδείγματα όσο αυτά που αναφέρει η Χριστίνα στην κριτική της. Βελτίωση και εδώ λοιπόν. 

Η ακρίβεια στην απόδοση του συναισθήματος και της συγκίνησης είναι για μένα ίσως ο πιο ισχυρός πυλώνας μετά την τεχνική (για να μην ξεχνιόμαστε) και η Ειρήνη Παραδεισανού εδώ την έχει επιτύχει, και μάλιστα η προσπάθειά της προς αυτή την κατεύθυνση είναι εμφανής. Επικεντρώθηκε εξίσου στο μήνυμα και στον αποδέκτη του, και έτσι δείχνει ότι τα σέβεται εξίσου και τα δύο. Πέρα από αυτό, βλέπω μια γενναιότητα στην παραδοχή των συντριπτικών συγκινήσεων, με άλλα λόγια δεν κάνει πίσω ούτε στην γραφή ούτε στις σκέψεις, αλλά κρύβεται και ταυτόχρονα εκτίθεται σε μια δυναμική ισορροπία προσωπικού βιώματος και εξωτερικού πλαισίου.

Το leitmotif των ματιών στην αρχή λειτουργεί καλά, χαράσσοντας πορεία και άξονες, αλλά από ένα σημείο και μετά ξεφτίζει και χάνει την ανατρεπτικότητά του για να γίνει ένα κλισέ που αναμασιέται. Ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας που συχνά συνοδεύει μια αρχαιοελληνική και βιβλική θεματολογία όπως εδώ, και παρόλο που είναι συγκαλυμμένος, λειτουργεί ανασταλτικά κατά τη γνώμη μου. 

Αν στην προηγούμενή της συλλογή η Ειρήνη είχε δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής όπως έλεγε τότε η Χριστίνα, τότε στα γυάλινα μάτια των ψαριών η εξέλιξη και η εδραίωση αυτής της γραφής είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Τα ρίσκα που αναλαμβάνονται πετυχαίνουν, ο συνδυασμός ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και την όποια οικουμενικότητα αυτό αποκτά είναι ισορροπημένος, οι λέξεις βρίσκουν τον δρόμο τους προς τον αναγνώστη. Είναι η σειρά μου να περιμένω την εξέλιξη.  

ΑΤΙΤΛΟ
Μου μιλάτε και βουλιάζω ολοένα στα κύματα.
Με τραντάζετε μα σκάβω ξανά στα χωράφια του ήλιου
ως ανατέλλει στον γκρεμό των ματιών μου.

Είμαι το κύμα που ναυάγησε στην απόκρημνη γη
Κι ασθμαίνει τη στεγνή υγρή σταγόνα να φυλάξει.

Κι είναι η σταγόνα το δάκρυ
στο χείλι του αδέσποτου παιδιού
που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου.[5]

Κρις Λιβανίου


[1] «Μοναχικός σκαντζόχοιρος», στ. 14-19, σελ. 17.
[2] στ. 4-7, σελ. 17
[3] στ. 1-5, σελ. 18
[4] στ. 1, σελ. 49
[5] σελ. 41

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

"Διάλογοι με τον Αρχίλοχο" του Αντώνη Ζέρβα

Mια στάμνα, όταν είναι καινούρια, αφήνει το νερό να περάσει από τα τοιχώματά της, το συγκρατεί όμως όλο και καλύτερα όσο παλιώνει. Με τον ίδια ακριβώς τρόπο σε αυτή τη, δέκατη πέμπτη, συλλογή του ο Αντώνης Ζέρβας γίνεται πιο πολυεπίπεδος από ποτέ: έλκοντας από τον τρόπο του Αρχίλοχου ξεκινά να περιγράφει τη συνθήκη ενός σύγχρονου άντρα που στην ηλικία της ωριμότητας δεν υπολείπεται σε ορμές –το κάνει όμως με υποδόρια ειρωνεία και με αυτοσαρκασμό που οδηγούν εντέλει σε μια ανατομία της ανθρώπινης κατάστασης η οποία αφορά τους πάντες.

Διαπερνώντας την επιφάνεια και φθάνοντας μέχρι το βάθος της – βιωμένης ή ποθητής – εμπειρίας, ο Ζέρβας χρησιμοποιεί τα όσα νιώθει το ποιητικό του υποκείμενο ως εξέδρα κατάδυσης στη θάλασσα της ανθρώπινης φύσης για να αναδυθεί μετά από λίγο ξανά με μια συγκομιδή από καθολικά συμπεράσματα που διατυπώνονται σκωπτικά πολλές φορές, μα παραδίδονται με μεγάλη σοφία και σημαντική επίγνωση των όσων συνεπάγεται η ανθρώπινη συνθήκη:

Έτσι και το χειρότερο θα εναλλάσσσεται
με το καλύτερο, μες στην ατέρμονη τροπή
των ψευδαισθήσεων σε ψευδαισθήσεις.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο («Διάλογοι με τον Αρχίλοχο») που δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο, ο ποιητής δεν διαλέγεται απλώς με τον Αρχίλοχο, αλλά συνείρει το πνεύμα της ποίησής του τόσο έντονα που ο αναγνώστης μπαίνει πολλές φορές στον πειρασμό να μιλήσει για αντιμετάθεση των προσωπείων των δύο «συνομιλητών». Ας σημειωθεί, σε αυτό το σημείο, ότι ο Αρχίλοχος δεν έτυχε της αναγνώρισης των συγχρόνων του, αφενός λόγω του ότι ήταν ρίψασπις και αφετέρου επειδή αυτοϋπονομευόταν έντονα στην ποίησή του. Ανακαλώντας το γεγονός, ο Ζέρβας γράφει:

Κράτησε εαυτέ μου, κράτησε.
Το πρόβλημα δεν είναι οι εχθροί σου,
όπως για τον Αρχίλογο καλή του ώρα.
Αυτούς μπορείς να τους καταπαλέψεις,
αρκεί να πέφτουν πάνω σου ένας ένας.


Εκτός από δημιουργός του λόγιου ιάμβου και λάτρης της σάτιρας, ο Αρχίλοχος θεωρείται ο πρώτος ποιητής της Ευρώπης που έστρεψε το βλέμμα στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, αψηφώντας τη βαριά επική παράδοση της εποχής του. Πίστευε ότι ο άνθρωπος διαφεντεύεται από παντοδύναμες δυνάμεις τις οποίες πρέπει να προσπαθήσει να αντέξει όπως μπορεί, αφού δεν έχει άλλη επιλογή. Το ίδιο πνεύμα διατρέχει τη συλλογή του Αντώνη Ζέρβα – το ποιητικό υποκείμενο δεσμεύεται από τις επιθυμίες που ορθώνονται πανίσχυρες μέσα του, όμως δεν έχει άλλη επιλογή από το να τις υπομείνει στωικά:

Ρουφάω τον κόσμο με το καλαμάκι
μα η γρανίτα μες στα ροζ στενάζει.
Όλα τα ηρωικά, στενές φούστες και ψηλά τακούνια,
σαν τα δημοτικά αντιλαλούν πως είμαι γέρος.


Των «διαλόγων» έπονται άλλες δύο ενότητες, οι «Κατά τριάδες» και «Μονά και πάλι». Οι «τριάδες» λειτουργούν κάπως σαν intermezzo: η σατιρική διάθεση κοπάζει, οι στίχοι είναι πιο στοχαστικοί, πιο απαλοί (ωστόσο ιδιαίτερα επώδυνοι) και πιο τρυφεροί. Συναντάμε εδώ ποιήματα συγκινητικά, ακόμη και σπαρακτικά, που πραγματεύονται την ανάμνηση και την αμετάκλητη απουσία. Επαναφορά στην πρότερη καυστική διάθεση συνιστούν οι δύο τελευταίες τριάδες της ενότητας, Ζ και Η.

Στα «Μονά και πάλι» ο ποιητής αναλαμβάνει με περισσότερη σφοδρότητα τη σκωπτική διάθεση του πρώτου μέρους, χρωματίζει ωστόσο τα ποιήματά του και με τη μελαγχολική διάθεση του δεύτερου, σε μια κατακλείδα που δρα συνθετικά των δύο πρώτων ενοτήτων και που εμπλουτίζεται επιπλέον κατά τόπους με ομοιοκαταληξία.

Αριστοτέχνης του λόγου, ο Αντώνης Ζέρβας μπορεί με άνεση να σκηνοθετεί τις συλλογές του με όποιον τρόπο κρίνει πιο πρόσφορο, εν προκειμένω δανειζόμενος τη δομή ενός μουσικού σονέτου (τρία μέρη όπου το ενδιάμεσο διαφέρει αισθητά από τα άλλα δύο) και να παραμένει ταυτόχρονα σίγουρος για το άρτιο του αποτελέσματος. Το ίδιο σίγουροι μπορούμε να παραμένουμε και εμείς, οι αναγνώστες του, για το ότι πάντα θα μας επιφυλάσσει μια ποιητική περιπέτεια που θα διαφέρει από τις συνηθισμένες.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη "Λέσχη ανάγνωσης Νοεμβρίου 2016" του vakxikon.gr

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Σφηνάκια του Νοέμβρη




 "Ηλιάδα" του Ιάκωβου Θήρα Καραμολέγκου
            Σαρκώνεσαι τον άνθρωπο μπας και ταφείς θεός[1]

Ο πρώτος λόγος που επέλεξα την Ηλιάδα για το σφηνάκι μου γι αυτό τον μήνα είναι η θεματολογία της: ομολογώ δεν είχα ξαναπέσει μέχρι τώρα σε μια συλλογή με τόσο έντονο θρησκευτικό, θεολογικό και ενίοτε φιλοσοφικό χαρακτήρα. Δεν κρύβω ότι a priori δεν είναι του γούστου μου, επειδή ανάμεσα σε άλλους λόγους αισθάνομαι πως ό,τι αφορά την πίστη, την όποια πίστη, είναι μια βαθιά προσωπική υπόθεση και εκ των πραγμάτων δεν απευθύνεται με την ίδια ευκολία σε όλους. Κι όμως. Η συγκεκριμένη συλλογή έχει αρετές που αξίζει να προσέξει κανείς.

Καταρχάς το θρησκευτικό στοιχείο υποφώσκει χωρίς να «φωνάζει», τουλάχιστον στο πρώτο μισό της συλλογής. Κατά δεύτερον είναι μια ποίηση ταυτότητας, του ίδιου του ποιητή ως ανθρώπου αλλά και των Ελλήνων μέσα από την Ιστορία. Επικεντρώνεται στις ρίζες, στις απαρχές, και ψάχνει λιμάνι και άγκυρα στις ταραγμένες εποχές που ζούμε, αποφεύγοντας παρόλα αυτά να τις κατονομάσει ευθέως.

Υπάρχει ευθύτητα στον στίχο και απλότητα, αποφεύγονται με αρκετή μαεστρία οι υπεραπλοποιήσεις και η αισιοδοξία φαίνεται μονόδρομος. Η βιβλική προσέγγιση έχει αφήσει ένα ισχυρό αποτύπωμα, ειδικά όσο εξελίσσεται η συλλογή, οπότε τα ανάλογα κλισέ περί έρωτα, γυναικείας παρουσίας και συντροφικότητας δεν λείπουν, αλλά αυτό από μόνο του δείχνει να μην επηρρεάζει αρνητικά το σύνολο. Η θρησκευτικότητα μάλλον κλίνει στον μυστικισμό παρά στην θρησκοληψία, οπότε οι όποιες ισορροπίες τελικά διατηρούνται.

Κρις Λιβανίου


[1] στ. 16, σελ. 28


"Καρτ ποστάλ" του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Κων. Γαλάνη πάσχει από το σύνδρομο του Ιανού: έχει δύο πρόσωπα. Το ένα είναι λυρικό, περιλαμβάνει ποιήματα απλά, που κυλούν αρμονικά με ωραία ροή και σαφή νοήματα. Το άλλο είναι ειρωνικό, αλλά πρόκειται για μια ειρωνεία απλωτή: σε ορισμένα ποιήματα αυτής της κατηγορίας υπάρχει ένας ρυθμός, σχεδόν μέτρο, που όμως δεν καταλήγει - εκεί που περιμένει κανείς τη ρίμα, το μέτρο μένει ξεκρέμαστο, σαν ξεκούρδιστο (είναι η ειρωνεία του μέτρου και της ρίμας) και σε άλλα ποιήματα υπάρχει ένας άκρατος βερμπαλισμός με σκέψεις δαιδαλώδεις που δεν βγάζουν νόημα ή είναι νέτα-σκέτα παράλογες (είναι η ειρωνεία των περισπούδαστων λέξεων). 

Το γεγονός ότι τα ποιήματα συνυπάρχουν, και μάλιστα ανάκατα, στην ίδια συλλογή δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση στον αναγνώστη. Το αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί μεταμοντέρνο, μπορεί όμως και να κριθεί αμφίβολο. Μοιάζει κάπως με δύο από τους στίχους του ποιήματος "Κοκκινοσκουφίτσα":

Αλμύρας λύκοι
αλλιώτεψαν τα παραμύθια.


"Ηλιοθεραπεία στο σούρουπο" του Τζέιμς Ράιτ (μτφρ. Μαρία Κατσοπούλου)

Πρόκειται για την ελληνική μετάφραση της πολύ ωραίας ανθολογίας του βραβευμένου με Πούλιτζερ (1972) Αμερικανού ποιητή James Wright (1927-1980). Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα που αποτελούν έναν ύμνο της φύσης και άλλα που είναι περισσότερο μεταφυσικά. Σε πολλά ποιήματα, ο ποιητής βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο και τη φύση να τον πλαισιώνει σαν το κάδρο ενός θαυμαστού πίνακα. Σε άλλα ποιήματα, αντίθετα, με επιμέλεια υφαίνει νοσταλγικές και ονειρικές σκηνές που μέσα τους τοποθετεί τον άνθρωπο:

Η πόλη γέρνει, να συναντήσει τη νύχτα,
Κι ακόμα, εκεί, η σιωπηλή γη
Αναπαύεται στις χαμένες απολαύσεις
Ώσπου να σηκωθεί ξανά και να γεμίσει το σκοτάδι
Με καταρράκτες και άσματα χελιδονιών.

Η μετάφραση της Μαρίας Κατσοπούλου είναι αρκετά καλή, παρουσιάζει ολισθήματα όμως σε λίγα σημεία.

Χριστίνα Λιναρδάκη






Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

"Το 8ο αμάρτημα" της Αγγελικής Μαρίνου



Το 8ο αμάρτημα της Αγγελικής Μαρίνου είναι ένα αφήγημα στις σελίδες του οποίου κυκλοφορούν άνθρωποι με σάρκα και οστά, αλλά που ταυτόχρονα είναι γυμνοί από κάθε κοινοτοπία. Το ότι οι ήρωες έχουν μια αναμφισβήτητη μοναδικότητα ενώ την ίδια στιγμή είναι μορφές τόσο αναγνωρίσιμες και οικείες σε όλους, αποτελεί το πρώτο ενδιαφέρον παράδοξο αυτής της δουλειάς. Θα ακολουθήσουν κι άλλα. 

Γρήγορη γραφή και ευθεία αφήγηση, με τα βασικά συστατικά της επιτυχημένης πρόζας παρόντα, η Αγγελική Μαρίνου κάνει μια ενδιαφέρουσα απόπειρα να δει αν υπάρχει κάτι πίσω από όσους και όσα καθημερινά μας συμβαίνουν. Και ο αναγνώστης, στο τέλος κάθε κεφαλαίου, θέλει να δει τι θα γίνει παρακάτω σε μια ιστορία κατά τα φαινόμενα καθημερινή και συνηθισμένη. Αυτό είναι το δεύτερο ενδιαφέρον παράδοξο.
Η πιο ισχυρή μαγεία της πρόζας είναι κατά τη γνώμη μου όταν ο αντικειμενικός (εξωτερικός) και ο υποκειμενικός (ο χρόνος όπου ξετυλίγεται η πλοκή) χρόνος συμπίπτουν, κρατώντας τον αναγνώστη κλειδωμένο στις σελίδες του βιβλίου. Στο 8ο αμάρτημα ο αναγνώστης είναι «δέσμιος» μιας ιστορίας που βιάζεται να δηλώσει αυτοβιογραφική μόνο και μόνο για να βεβαιωθούμε όλοι πως ουδόλως είναι, μιας ιστορίας όπου το πρώτο ενικό αποδεικνύεται ότι μπορεί και να είναι μάσκα, και μιας υπόθεσης που παρόλο που αόριστα θυμίζει άλλες ανάλογες, μπορεί τελικά να είναι βαθιά προσωπική. Στο τέλος αποκαλύπτεται ότι ακόμα και το βασικό πρόσωπο του αφηγητή είναι ένας ήρωας όπως οι άλλοι. Ή μήπως όχι;

Η συγγραφέας κρατάει όλες τις απαραίτητες αποστάσεις στα συναισθήματα, στις πράξεις και στις σκέψεις που κάνουν όλοι, αλλά οι αποστάσεις αυτές βρίσκονται σε δυναμική ισορροπία που μεταβάλλεται κατ’ εικόνα των καταστάσεων. Η κινηματογραφική γραφή μπορεί μεν να αποδεικνύεται στεγνή κάποιες φορές, από την άλλη πλευρά όμως παρέχει την ευελιξία αυτού που λέμε «κάμερα στον ώμο» και την αμεσότητα της μη-επεξεργασμένης σκηνής.
Ο κατ’ επίφαση αυτοβιογραφικός χαρακτήρας του κειμένου με κάνει να αναρωτιέμαι ποια είναι η θέση του αφηγητή απέναντι σε όσα συμβαίνουν, απέναντι στα συναισθήματα των άλλων αλλά και τα δικά του, πώς προσεγγίζει αυτό που ο ίδιος πρώτα από όλους θεμελιώνει ως πραγματικότητα. Στην πορεία της ανάγνωσης φαίνεται ότι ο πραγματικός αφηγητής είναι η αδελφή του ήρωα, οι σκέψεις της εμφανίζονται άλλωστε με πλάγια γράμματα σαν σφήνες, και δηλώνει την παρουσία της προσθέτονταε ένα ακόμα Εγώ σ’ αυτό το κείμενο που είναι ήδη γραμμένο στο πρώτο ενικό. 

Ο αφηγητής, όποιος και αν είναι τελικά, ουδεμία πλάνην πλανάται παρόλα αυτά. Και όχι μόνο παραμένει νηφάλιος, για να μην πω αποστασιοποιημένος από όσα εκθέτει, αλλά έχει και την μαεστρία να αφηγείται μόνο όσα χρειάζονται στον αναγνώστη για να... φανταστεί τα υπόλοιπα μόνος του. Σαν να του δίνει τις τελείες, και να τον αφήνει μόνο του να τραβήξει τις γραμμές που τις ενώνουν, και η εικόνα, όταν αποκαλύπτεται, είναι ακριβής και χωρίς λάθη. Ο ίδιος κινείται σαν στο σπίτι του σε ένα δάσος καθρεφτών, και ο αναγνώστης θέλοντας και μη, τον αναζητεί χωρίς σταματημό. Για την ακρίβεια, θέλοντας. Και εκεί βρίσκεται κατά τη γνώμη μου το τρίτο ενδιαφέρον στοιχείο του 8ου αμαρτήματος.

Το κάθετο τέλος που δίνει η Αγγελική Μαρίνου στο αφήγημα αυτό, δημιουργεί κάποιες επιφυλάξεις, κυρίως μια αίσθηση ανολοκλήρωτου που σπάνια λειτουργεί θετικά στο σύνολο του έργου. Το τέλος είναι αυτό που σηματοδοτεί και την καταλυτική αλλαγή αφηγητή, που αποκαλύπτει, αν θέλουμε, ποιος κρυβόταν πίσω από την ιστορία και ακριβώς επειδή αυτό γίνεται στις τελευταίες σελίδες, αφήνει μια επίγευση αβεβαιότητας. 

Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να μιλήσει για «λογοτεχνία πόλης», φαντάζομαι πως όχι, όπως άλλωστε δεν υπάρχει «λογοτεχνία νησιού» ή «όρεων», και ευτυχώς. Δεν παύει παρόλα αυτά να μένει η αίσθηση μιας καθαρά ουρμπανιστικής ματιάς της συγγραφέα σε μια καθημερινότητα που ξεδιπλώνεται και ταυτόχρονα εξαντλείται εντός των τειχών. Το 8ο αμάρτημα έχει την ισχύ μιας κοφτερής ματιάς που επικεντρώνεται στην επιτακτικότητα της στιγμής, και αυτό το στοίχημα η Αγγελική Μαρίνου το έχει κερδίσει. 

Κρις Λιβανίου