Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Σφηνάκια του Απρίλη

"Ελαττωματικό χώμα" της Μαρίας Τζίκα

Πρέπει να πω εξαρχής ότι το στιλ με το οποίο γράφει η Μαρία Τζίκα είναι βαρυφορτωμένο, κατά τη γνώμη μου, καθώς χρησιμοποιεί πολλά επίθετα και λόγια ρήματα. Ωστόσο υπάρχουν και ποιήματα όπως ο "Άρρητος πόθος" που αποτελούν μια πραγματική ανάσα λιτότητας. Κάποιες από τις μεταφορές που επιστρατεύονται δεν λειτουργούν πάντα καλά, με αποτέλεσμα να παρατηρείται συμφραστική αντίσταση (π.χ. "επιπλέει η φωνή μου στη σκουριά/κάτω από τη νοητή τρίχα του ανθρώπου").

Όπως και νά' χει, οι ιδέες είναι πολλές φορές πραγματικά πρωτότυπες (π.χ. "λίγο ήλιο χθεσινό/μες στο πτώμα μιας ανοιξιάτικης πεταλούδας/συντηρώ στην κατάψυξη"), ενώ οι επανερχόμενες αναφορές στη μητρότητα και τα παιδιά δίνουν μια συγκινητική νότα στη συλλογή.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα στιγμιότυπα της γυναίκας από διάφορες στιγμές του βίου της και από διάφορους ρόλους που καλείται να παίξει, τα οποία μας παρουσιάζει η ποιήτρια.

Ένα απόσπασμα από το ποίημα "Βιβλική μέρα":

Γίναν αμνοερίφια κι άνθρωποι
φτύσανε το ελαττωματικό χώμα
με τους κυνόδοντες της ιστορίας μέσα του
που τους χρησίμευαν
για ψεύτικα μάτια.


"Κλεινόν - μυθιστορίες για την Αθήνα" του Γιάννη Ευσταθιάδη

Το βιβλίο περιέχει τις μυθοπλαστικές καταθέσεις 30 προσώπων για την πρωτεύουσα, αγαστά συμπληρωμένες με αποσπάσματα-μαρτυρίες συγγραφέων που λειτουργούν ως ιντερμέδια προσδιοριστικά των χώρων και συνδετικά των καταθέσεων των "ηρώων". Οι ιδιότητες των προσώπων επέτρεψαν στον Ευσταθιάδη μια θεώρηση της Αθήνας από πολλές πλευρές: πολιτική ζωή, εμφύλιες συγκρούσεις, πραξικοπήματα, τέχνη, καθημερινότητα, ήθη και έθιμα, μόδες, στέκια κ.λπ. Μια γοητευτική συνύπαρξη δύο παράλληλων λογοτεχνικών σωμάτων - ενός παραδοσιακού και ενός σύγχρονου που δένουν σε ένα υπέροχο και τρυφερό σύνολο, γεμάτο από άρωμα εποχής.

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σύγχρονο σώμα:

Δημήτρης Πικιώνης: 
"Ακόμα και μια πέτρα πρέπει να έχει κάποιο σκοπό".
Δεν θυμάμαι  πού διάβασα αυτή τη φράση και μου άρεσε τόσο. Πολύ περισσότερο, όμως, μου έγινε έμμονη ιδέα. Σ' όλη μου τη ζωή προσπάθησα να βρω σκοπό ακόμα και για το πιο μικρό λιθαράκι, ακόμα και για ασήμαντα, εκ πρώτης όψεως, πετραδάκια ή βότσαλα.
Χρησμοποίησα τις πέτρες όπως ο συγγραφέας τις λέξεις. Προσπάθησα να τις νοηματοδοτήσω, να τις κάνω να σημαίνουν.
Προσπάθησα να βρω το νόημα μέσα από το σχήμα, τη χάραξη, το συμβολισμό.
Όχι μια αποστειρωμένη καλαισθησία, αλλά πρωτίστως μια χρηστική αισθητική που να οδηγεί το μάτι, όπως τα τυπογραφικά στοιχεία οδηγούν στο ποίημα.
[...]
Κανείς δεν κατάλαβε πόση ιδιοτέλεια περιείχε το όραμά μου. Θέλησα - γέρων πια - να ανεβαίνω στο Άνδηρο και να κάθομαι στα μαρμάρινα καθιστικά που τοποθέτησα έτσι ώστε να έχω την απόλυτη θέα στην Ακρόπολη και τα Προπύλαια. [...] Πόσο θα επιθυμούσα αυτή να είναι η τελευταία μου εικόνα. Κι ύστερα οι μορφές από τη μετώπη και τη ζωφόρο να μεταμορφωθούν σε λευκά περιστέρια και να πετάξουν προς εμένα, ώστε το κεφάλι μου να αναπαυθεί σε μαρμάρινες φτερούγες. 
Η αργή κίνηση των βλεφάρων που κλείνουν, να κρατήσει την απόλυτη λευκότητα, παραμυηθία για το απέραντο σκοτάδι που θα ακολουθήσει."

Καθαρόαιμη λογοτεχνία.

Χριστίνα Λιναρδάκη


"Το Κήτος" της Ούρσουλας Φώσκολου


Τα 25 μικρά πεζά του Κήτους αποδεικνύονται πολύ μικρά για να βγει ξεκάθαρο συμπέρασμα για την ταυτότητά τους. Για τα υπόλοιπα 10 τα πράγματα είναι ευκολότερα, δεδομένου ότι η έκταση δίνει την ευκαιρία στην συγγραφέα να ξετυλίξει κουβάρια, ανθρώπους και καταστάσεις. Η συμπυκνωμένη γραφή (ακόμα και όταν πρόκειται για μία μοναδική παράγραφο των 6 σειρών για παράδειγμα) μπορεί να αποδώσει πολύ καλά εφόσον περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία για την συνολική κατανόηση, στο Κήτος αυτό δεν συμβαίνει επαρκώς και το αποτέλεσμα είναι αναλαμπές οριακά ασύνδετων σκέψεων. 

Το εγώ της συγγραφέα είναι πρωτεϊκό κι αυτό έχει κάποιο ενδιαφέρον επειδή αλλάζοντας διαρκώς φύλο, μορφή ή ηλικία, παρουσιάζεται ένα σαφώς ευρύτερο φάσμα συγκίνησης και μειώνεται ταυτόχρονα η μάλλον αναπόφευκτη αίσθηση αποσπασματικότητας. Η φαντασία κάνει μια βίαιη εισβολή στην πραγματικότητα και κάποιες φορές γίνεται και το αντίστροφο, δημιουργείται όμως ένα ρήγμα (στην κατανόηση, σχεδόν νομοτελειακά) που δεν γεφυρώνεται επειδή η έκταση των κειμένων είναι τόσο μικρή: δεν υπάρχει χρόνος.

Το κείμενο με τίτλο «Φερ φορζέ» είναι αυτό που τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου, αφενός επειδή έχει τον χρόνο και τον χώρο να ξεδιπλωθεί και αφετέρου επειδή το παρελθόν συνδέεται με το παρόν με έναν ιδιαίτερα παράξενο τρόπο, σχεδόν σαν το ένα να διαχέεται στο άλλο σαν υγρό, δίνοντας την αίσθηση ότι η αφηγήτρια σαν να αιωρείται στον χώρο και στις αναμνήσεις.

Το Κήτος είναι κατά τη γνώμη μου ένα κλασικό παράδειγμα απόπειρας συμπυκνωμένης γραφής που δεν λειτουργεί αποτελεσματικά: τα μεγαλύτερα κείμενα είναι σαφώς καλύτερης ποιότητας από τα μικρά, ενώ τα ρίσκα που πήρε η συγγραφέας σε ό,τι αφορά τα δεύτερα δεν φαίνεται να έχουν αποδώσει.


Κρις Λιβανίου

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

"Τυρκουάζ" της Μαρίας Στρίγκου



 Κι έπεφταν απ’ τα μάτια μου όλες οι θάλασσες της γης. Καμμένες.[1]

Ιδού μια περίεργη συλλογή: το Τυρκουάζ. Τα κείμενα δείχνουν σαν πεζά, συμπεριφέρονται σαν ποιήματα, και συνολικά βασανίζονται από μια θαμπή θεματολογία, από την οποία όμως δεν λείπει η πρωτοτυπία, μέχρι και η φρεσκάδα μάλιστα. Η Μαρία Στρίγκου αφιερώνει μεγάλη προσοχή στην λεπτομέρεια και την ακρίβεια της σκέψης και της έκφρασης, μην πω ακόμα και της πρόθεσης, και αυτό έχει μια πολύ θετική επίδραση στο σύνολο της δουλειάς. 

Ο έρωτας είναι ο βασικός άξονας (εξ ου και η έλλειψη της έκπληξης) στα κείμενα, αλλά επειδή παράγει ένα σουρεαλιστικό πλαίσιο (η φρεσκάδα που έγραφα πιο πριν) και εντάσσεται σ’ αυτό πλήρως, οι σταθερές ανατρέπονται και οι πεπατημένες ξεθωριάζουν. Ο έρωτας σαν να μην είναι προϊόν αυτού του κόσμου (ή ίσως να είναι και το κύριο συστατικό του, όλα ισχύουν σε ένα μαγικό σύμπαν), σαν να ανήκει στον κόσμο του παραμυθιού και να είναι η μοναδική χαραμάδα, η μόνη ευκαιρία για μας να πάρουμε μια γεύση από αυτόν τον κόσμο: 

Δεν μεγαλώσαμε με παραμύθια μαθές, μα τα ‘χουμε ανάγκη. Πώς αλλιώς να ζεσταθεί το μέσα μας, πώς αλλιώς να ημερέψει η ψυχή μας;[2]

Όπως συμβαίνει συχνά σε ανάλογες θεματικές, υπάρχουν δύο άνθρωποι, το Εγώ που γεμίζει τον χώρο και το Εσύ που καλώς ή κακώς δεν παίρνει κεντρικό ρόλο στην περιπέτεια. Παρόλο που είναι το σημείο αναφοράς, το Εγώ δεν έχει καμία ναρκισσιστική συμπεριφορά, το αντίθετο μάλιστα: μαζεύει όση γενναιότητα του έχει απομείνει για να μηδενίσει τα κοντέρ και να πάρει ξανά τα ρίσκα. Το φορτίο που δείχνουν να έχουν οι δύο αυτοί άνθρωποι όταν συναντά ο ένας τον άλλον διαφαίνεται ως ο καταλυτικός παράγοντας, το στοιχείο εκείνο που θα γείρει την πλάστιγγα προς την ευτυχία ή προς μια ακόμα απομάκρυνση: το συναίσθημα της ανομολόγητης, της τόσο τρομακτικής ανασφάλειας που κανένα παραμύθι δεν μπορεί να ξορκίσει, υποθέτω πηγάζει από εκεί. Σαν αυτοί οι δύο να ζουν σ’ έναν παράλληλο κόσμο που να μοιάζει με τον δικό μας αλλά που στην πραγματικότητα όλα είναι διαφορετικά: σαν να αναπνέουν φυσιολογικά έναν αέρα χωρίς οξυγόνο. Και η φύση παίζει σημαντικό ρόλο, είναι πανταχού παρούσα αλλά στη μαγική διάστασή της, σχεδόν αυθύπαρκτη, με την δική της συνείδηση έμβιου όντος. 

Η σκοτεινή πλευρά που έχει ο έρωτας στο σύμπαν της Μαρίας Στρίγκου εντοπίζεται στη διαρκή προσπάθεια να καλυφθεί η απόσταση που χωρίσει τα δύο άκρα του νήματος. Είναι μια αέναη και αγχώδης διαδικασία, όχι μόνο λόγω της αμφιβολίας για την έκβασ,η αλλά κυρίως λόγω του φορτίου που ο καθένας τους κουβαλάει και που τον οριοθετεί: είναι ταυτόχρονα μια μάχη απέναντι στο κενό που πρέπει να καλυφθεί και στον εαυτό τους, που πολλές φορές κινδυνεύει να χαθεί στους μαιάνδρους της ανασφάλειας. 

Και δεν φοβάμαι την απόγνωση που μας τυλίγει σα σκοινί που όλο τελειώνει. Δεν φοβάμαι τη νύχτα. Φοβάμαι που δεν βλέπω τα μάτια σου. Ν’ ανάβουν σα χαμένες πολιτείες μες στο βράδυ, παρηγορώντας όλες μου τις απώλειες.
Όταν δεν σε βλέπω, φοβάμαι πολύ. [3]

Ό,τι διαδραματίζεται στο Τυρκουάζ της Μαρίας Στρίγκου, διαδραματίζεται εκτός χρόνου. Ή μάλλον για να είμαι πιο ακριβής, υπάρχει ένας πολύ καλά χτισμένος εσωτερικός χρόνος αφήγησης. Οι δύο αυτοί άνθρωποι στο τέλος τα καταφέρνουν και συναντιούνται. Μετά το τέλος και της τελευταίας περιπέτειας. Οι δύο άκρες του νήματος έχουν τελικά σχηματίσει κύκλο. 

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 13
[2] σελ. 18
[3] σελ. 37

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Μικρές ανθολογίες: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν είναι μόνο γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, είναι και εξαιρετικά αγαπητός. Διατηρώντας το ιστολόγιο tokoskino.me παρακολουθεί εντατικά τα ελληνικά ποιητικά πράγματα από τη μακρινή Αυστραλία και πρόσφατα δημοσίευσε και δύο δικές του ποιητικές συλλογές, από τις οποίες η σημερινή μικρή ανθολογία:

απόπειρα δωδέκατη

στις καταποντισμένες
αυτές στιγμές
η κάθε ευχή μοιάζει
επαναστατικό μανιφέστο
η κάθε αύρα
ανοίγει το δρόμο...
άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς
από ασάφεια
αλλά από κρύο
και μοναξιά


απόπειρα εικοστή δεύτερη

ο ήλιος βασανιστικός
η γραφή θραυσματική
σκοτώνει η πρώτη ανάγνωση
η τρυφερότητα είναι απόγνωση
η χαρά λύπη
ο πόνος λύτρωση
κι η συνύπαρξη
είδος πολυτελείας
συνηθισμένο βότσαλο
στις αμμουδιές της μνήμης

(από την ποιητική συλλογή Η μοναξιά του χρόνου)


Η ΣΙΩΠΗ

Η σιωπή είναι
ο υπέρτατος
τρόπος επικοινωνίας
καθώς όλα ελέχθησαν
κι όλα τα μελλούμενα
ξεπέζεψαν μπροστά μας
μετά βαΐων και κλάδων

η μόνη αληθινή κίνηση
είναι αυτή των ματιών
όταν αντικαθιστούν
το άγγιγμα της παλάμης.


ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΣΗ

Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρο το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
πλανιέται στους σκουπιδότοπους
της σύγχρονης κομπορρημοσύνης
και μένουν ξωπίσω εκείνα τα ταξίδια
στο κατάξερο αίμα της νύχτας

όταν γράφουμε ποίηση
τ' αποκαμωμένα βήματά μας
σεργιανούν στο άπειρο
η αγάπη είναι στο μεταίχμιο
ορφανή, πεντάρφανη στους πέντε αγέρηδες
στα συνωστισμένα λεωφορεία
των πληβείων της εργασίας

όταν γράφουμε ποίηση
ξερνάμε με κλάματα και κατάρες
μ' επικλήσεις στον αγύριστο
που κατακρημνίζονται με πάταγο
στο κανναβάτσο της κοινωνικής αδικίας
ζεστά χέρια, ροζιασμένα
ζωγραφίζουν πολιτισμό κι οικοδομήματα

όταν γράφουμε ποίηση
επέρχεται η θαμπάδα στα μάτια
αλλά και το σίγουρο κοίταγμα
η σίγουρη σκέψη σαν ατσάλι
σκυρόδεμα έτοιμο να δέσει
την κοινωνική επανάσταση

όταν γράφουμε ποίηση
τ' απογεύματα είναι ασπρόμαυρα
πιο σκούρα τα βράδια
ορειχάλκινες οπτασίες
με αποχρώσεις θανάτου
πριν ξεψυχήσουν κι οι οιμωγές
ξομπλιαστές στη λάβα
του σύγχρονου δράματος

όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
κυματίζουν τα μεσημέρια
στην αχλή της ζέστης
σαν τρικυμισμένα μαλλιά
στα πέπλα τα γκρεμισμένα
τα κατακρεουργημένα από θύελλες άλγους
και κυλώνεια άγη
έρμαια στα χτυπήματα των μπράβων
της κρατικής εξουσίας

όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.

(από τη συλλογή Με μια κόκκινη ανάταση)



Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου



Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Νυν πάντα πεπλήρωνται φως (Πάσχα στο Βυζάντιο)

Το Πάσχα ήταν η σημαντικότερη γιορτή στο Βυζάντιο. Το βράδυ της Ανάστασης ο αυτοκράτορας με την ακολουθία του μετέβαιναν στην Αγία Σοφία και σε όλη την διαδρομή η βασιλική πομπή επευφημούνταν από τους δήμους των Πράσινων και των Βένετων που τοποθετούνταν εναλλάξ σε διαφορετικά σημεία.

Όλο το πλήρωμα των πιστών παρακολουθούσε τη λειτουργία μέχρι την τρίτη και τέταρτη ώρα μετά τα μεσάνυχτα, έξω από την κλειστή θύρα της Αγίας Σοφίας και μόλις ψαλλόταν το "Αναστάσεως η μέρα λαμπρυνθώμεν λαοί!" από τον πρωτοπαπά των ανακτόρων οι πιστοί εισέρχονταν στον μεγαλοπρεπή ναό για να ακούσουν τα τροπάρια που εκφράζουν μια πραγματική φωτοπλημμύρα χαράς για το κοσμοϊστορικό γεγονός:

Νυν πάντα πεπλήρωνται φωτός, ουρανός τε και γη και τα
καταχθόνια, εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού…

Και:

Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε.
Χόρευε νυν και αγάλλου, Σιών συ δε αγνή τερπου θεοτόκε…

Οι έξοχοι αυτοί ύμνοι αποδίδονται στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, διανοούμενο και θεολόγο εξαιρετικά υψηλής παιδείας, που κατά τους ειδικούς είχε γνώση των μετρικών συστημάτων και των δομών που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι ποιητές. Σ’ αυτές τις ωδές χρησιμοποιεί στοιχεία των προφητειών του Ησαΐα, τα οποία συνθέτει με τρόπο που απηχούν τη Σαπφώ και τον Αρχίλοχο. Κατά την παράδοση, οι "καταβασίες" αυτές παρουσιάστηκαν στο εκκλησιαστικό κοινό μέσα από μια διαδικασία ακρόασης για την επιλογή του καλύτερου ύμνου, διαδικασία που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, και σκόρπισαν ενθουσιασμό απίστευτο όταν ακούστηκαν πρώτη φορά.

Σύμφωνα με το τυπικό της Μεγάλης Εβδομάδας, που διαμορφώθηκε στη διάρκεια των αιώνων μέσα από άπειρες τροποποιήσεις, οι ακολουθίες ξεκινούσαν από την Κυριακή των Βαΐων. Στο δοξαστικό της ημέρας περιγράφεται μια εικόνα θαυμάσια, παρμένη από το ευαγγέλιο του Ιωάννη :

Προ εξ ημερων του Πάσχα ήλθεν Ιησούς εις Βηθανίαν·
και προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες αυτώ· 
Κύριε, πού θέλεις ετοιμάσωμεν σοι φαγείν το Πάσχα; 
ο δε απέστειλεν αυτούς · Απέλθετε εις την απέναντι κώμην και
ευρήσεται άνθρωπον κεράμιον ύδατος βαστάζοντα· ακολουθήσατε 
αυτω και τω οικοδεσπότη είπατε· Ο διδάσκαλος λέγει, προς σε 
ποιώ το Πάσχα μετά των μαθητών μου.

Το βυζαντινό τυπικό σε γενικές γραμμές τηρείται μέχρι σήμερα. Τη Μεγάλη Δευτέρα, σύμφωνα με το συναξάρι, γίνεται μνεία της παραβολής των δέκα παρθένων και υπογραμμίζεται το γεγονός της εγρήγορσης και της προνοητικότητας, ώστε να μείνουν οι πιστοί μαζί με τον νυμφίο Χριστό, ψάλλεται δε το θαυμάσιο στιχηρό:

Eν ταις λαμπρότησι των αγίων σου πώς εισελεύσομαι ο
ανάξιος; εάν γαρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα,
ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι του γάμου, και δέσμιος
εκβαλούμαι υπό των αγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τον ρύπον
της ψυχής μου και σώσον με ως φιλάνθρωπος.

Για το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης έχει γραφτεί η πιο δύσκολη και πιο σύνθετη ακολουθία όπου συντελείται η κορύφωση του δράματος μ’ εκείνο το φοβερό:

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι
την γην κρεμάσας…
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται 
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις…
Ήλοις προσηλώθη ο
νυμφίος της εκκλησίας..

Και το εξίσου μεγαλειώδες και συνταρακτικό με την εκπληκτική κατάληξη:

Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου και ενέδυσάν με χλαμύδα κοκκίνην· έθηκαν επί την
κεφαλήν μου στέφανον εξ ακανθών και επί την δεξιάν μου χείρα έδωκαν κάλαμον, 
ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεραμέως.

Ακολουθεί μια πτώση, μια περισυλλογή κι ένας θρήνος που χαρακτηρίζουν την Μεγάλη Παρασκευή, κατά την οποία ψάλλονται μερικά από τα ωραιότερα κομμάτια της ορθόδοξης λατρείας, όπως αυτό που προέρχεται από τον εσπερινό της ημέρας:

Πάσα η κτίσις ηλοιούτο φόβω θεωρούσα σε εν σταυρώ κρεμαμενον, 
Χριστέ· ο ήλιος εσκοτίζετο και γης τα θεμέλια συνεταράττετο· 
τα πάντα συνέπασχον τω τα πάντα κτίσαντι...

Η αποκαθήλωση του σώματος του Χριστού είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της χριστιανικής θρησκείας, γεγονός που φαίνεται σ’ αυτό το απόστιχο:

Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν ο Αριμαθαίας καθείλε, την των απάντων ζωήν,
σμύρνη και σινδόνι σε, Χριστέ, εκήδευσε· και τω πόθω ηπείγετο καρδία και χείλει,
σώμα το ακήρατόν σου περιπτύξασθαι…

Το χαρακτηριστικό αυτών των στιγμών είναι η έκπληξη ολόκληρης της φύσης από το απόκοσμο γεγονός του θανάτου του Ιησού, έκπληξη που μπορεί να δει κανείς στα λεγόμενα "ευλογητάρια" που ψάλλονται το βράδυ της μεγάλης Παρασκευής με πιο χαρακτηριστικό το πρώτο:

Των αγγέλων ο δήμος κατεπλάγη, ορών σε εν νεκροίς λογισθέντα, του θανατου
δε, Σωτήρ την ισχύν καθελόντα και συν εαυτώ τον Αδάμ εγείραντα και εξ Άδου
πάντας ελευθερώσαντα.

Με τρόπο εξαιρετικά παραστατικό απεικονίζονται αυτές ο στιγμές και στο τροπάριο που αποδίδεται στον Γεώργιο Ακροπολίτη, έναν από τους πιο μορφωμένους διανοούμενους της εποχής του ύστερου Βυζαντίου που κατέλιπε, εκτός των άλλων, σπουδαίο ιστορικό έργο. Το τροπάριο όπου δραματοποιείται η έκκληση του Ιωσήφ από την Αριμαθαία προς τον Πιλάτο ψάλλεται σε πολλές περιοχές μέχρι σήμερα κατά την περιφορά του Επιταφίου:

Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν 
τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος, προσήλθε τω Πιλατω 
και καθικετεύει, λέγων· δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν
κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες, θανατούσιν ως ξένον·
δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου το ξένον· δος μοι τούτον
τον ξένον, όστις είδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους· δος μοι τούτον τον ξένον,
ον Εβραίοι τω φθόνω αποξένωσαν κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν
τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη...

Το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου ίσως είναι η πιο παράξενη φάση της Μεγάλης Εβδομάδας, καθώς ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη, όμως παντού πλανιέται η παρουσία του, κάτι που φαίνεται με πολύ ωραίο τρόπο σ’ αυτό το κομμάτι το οποίο ψάλλεται αντί χερουβικού:

Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον
εν αυτή λογιζέσθω· ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων 
προσέρχεται σφαγιασθήναι… Προηγούνται δε τούτου οι χοροί των αγγέλων μετά πάσης αρχής 
και εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ τας όψεις καλύπτοντα...

Η γιορτή του Πάσχα εξακολουθεί να είναι η πιο μεγάλη πανήγυρις των ορθόδοξων της Ανατολής και, αν τη μελετήσει κανείς σε βάθος, μπορεί αν βρει ίχνη των παλιών εποχών, τότε που μεσουρανούσε η αυτοκρατορία των Ρωμιών. Η Κυριακή του Πάσχα ήταν, κατά τους Βυζαντινούς, η λαμπρότερη μέρα του χρόνου. Στο παλάτι λάμβανε χώρα μεγαλοπρεπής τελετή στο επιβλητικότατο των διαμερισμάτων, το Χρυσοτρίκλινο, όπου τοποθετούταν η χρυσή τράπεζα και το πενταπύργιο, ένα είδος μπουφέ με πέντε πυργίσκους στον οποίο τοποθετούνταν τα πολύτιμα βασιλικά κοσμήματα και στέμματα. Κατά την πέμπτη μέρα μετά το Πάσχα προσκαλούνταν στο τραπέζι ο πατριάρχης μαζί με τους μητροπολίτες και τους πρεσβυτέρους του παλατιού, καθώς και τους ηγουμένους δώδεκα μοναστηριών. Μέχρι την Κυριακή της Πεντηκοστής οι ναοί αντηχούσαν από τους στίχους που θυμίζουν αρχαίους παιάνες:

Αύτη η μέρα ην εποίησεν ο Κύριος αγαλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή.
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου 
αυτού, οι μισούντες αυτόν.  Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές: 
1. Φαίδων Κουκουλές "Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός".
2. http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/04/blog-post_5994.html
3. http://analogion.com/forum/showthread.php?t=31533


Καλό Πάσχα! Καλή Ανάσταση! Ραντεβού στις 24 Απριλίου.


Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

"Η Μετακόμιση" της Φωτεινής Τσαλίκογλου



Η μνήμη, οι μνήμες, το μνημονικό, οι μαίανδροι και οι απρόβλεπτες πορείες είναι το πρωτογενές υλικό της Μετακόμισης της Φωτεινής Τσαλίκογλου. Η πρώτη προσέγγιση θα μπορούσε να ήταν ότι πρόκειται για ένα ταξίδι από το παρελθόν της ηλικιωμένης πλέον ηρωίδας στο παρόν και το άμεσο μέλλον που της επιφυλάσσει η μετακόμισή της στο γηροκομείο, όμως γρήγορα τα πράγματα χάνουν την γραμμική τους πορεία. 

Σε αρχικό στάδιο άνοιας, το μυαλό και οι αναμνήσεις της κυρίας Ευρυδίκης κινούνται σε απρόβλεπτες τροχιές και πιθανότατα σε αντισυμβατικές πραγματικότητες. Το αντικείμενο του μυθιστορήματος είναι όχι να τις «τακτοποιήσει» σε περισσότερο αποδεκτά πλαίσια, αλλά μάλλον να τις χαϊδέψει για να τις αποχαιρετήσει και να προσπαθήσει να δει αν υπάρχει κάποια ζωή, οποιαδήποτε ζωή, μακριά τους. Είναι ένα σχεδόν επικίνδυνο εγχείρημα, γιατί τα όρια, όταν δεν ελέγχονται πλήρως από το μυαλό, τείνουν να κάνουν τα δικά τους. 

Η τρυφερότητα της συγγραφέα επικεντρώνεται στο πώς η ζωή της κυρίας Ευρυδίκης φυραίνει και γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά της, στις προσπάθειες που καταβάλει για να κρατηθεί από ό,τι την οριοθέτησε σαν άνθρωπο και κατά κάποιο τρόπο της εξασφάλισε την επιβίωση. Η αγωνιώδης αφήγηση είναι σε αρμονία με το θέμα και με την συνολική κατάσταση του κεντρικού προσώπου, η αίσθηση που αποκόμισα είναι ενός ανθρώπου που σταδιακά εξαχνώνεται.
Στα αρνητικά θα κατατάξω κάποια τυπογραφικά (αρκετά για να αφήσουν την ενοχλητική αίσθηση ότι έλειπε η απαιτούμενη προσοχή στην λεπτομέρεια) και τον μεγάλο αριθμό κεφαλαίων (το κείμενο χωρίζεται σε κεφάλαια με την μορφή ωρών). Κατά τη γνώμη μου αντί να ενισχύσουν την δομή του κειμένου συνολικά, πέρασαν στο άλλο άκρο με αποτέλεσμα να το κατακερματίσουν. Παρόλα αυτά η γραφή της Φωτεινής Τσαλίκογλου πετυχαίνει να αποδώσει με ακρίβεια τις διακυμάνσεις και κυρίως να αγγίξει τις ανατροπές, που είναι και το βασικό στοιχείο του βιβλίου. Και δεν αναφέρομαι απαραίτητα στις ηχηρές και εκτυφλωτικές αλλά περισσότερο στις άλλες, αυτές που συμβαίνουν κάθε μέρα. Το να πεθαίνει η αδελφή σου από αδέσποτη σφαίρα στο τέλος του Εμφυλίου. Το να βλέπεις τη ζωή σου να προχωράει ερήμην σου. Το να πηγαίνεις ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής στην Πόλη και να γυρίζεις με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά και να γίνεται η κόρη σου για πάντα. Ανατροπές. Μικροί λόξυγγες στην κατ’ επίφαση στρωτή πορεία της αναπνοής. 

Αυτές οι άηχες ανατροπές που τα σημάδεψαν όλα, κυνηγούσαν την πλέον γηραιά ηρωίδα σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, είχαν τον απόλυτο έλεγχο και οριοθετούσαν κάθε έκφανση. Η τελική ανατροπή όμως θα είναι δική της: κοντοστέκεται για να κοιτάξει το παρελθόν της χωρίς υπεκφυγές, κατατρομαγμένη βέβαια μπροστά στην εικόνα του κενού, αλλά με ευθεία ματιά απέναντι στα γεγονότα. Στο τέλος, πριν φύγει για το γηροκομείο, παίρνει ένα άδειο τετράδιο για να γράψει ό,τι της απομένει να ζήσει. Αυτό θα είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο που θα την ακολουθήσει: η τελευταία ανατροπή είναι ένας άγνωστος δρόμος, ανοιχτός μπροστά της. 

Κρις Λιβανίου